Το τελευταίο γνωμικό που κατατέθηκε

Ο Χρύσιππος ο Σολεύς είπε: " "Θα συμπεραίναμε στην περίπτωση ενός όμορφου σπιτιού ότι χτίστηκε για τους ιδιοκτήτες τους και όχι για ποντίκια. Οφείλουμε επομένως, με τον ίδιο τρόπο, να θεωρούμε το σύμπαν σαν το σπίτι των θεών.""
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Μηδέν

Ένα μικρό ποιηματάκι του Hafiz (ca. 1320-1389) (πραγματικό όνομα: Shams-ud-din Muhammad)

ΜΗΔΕΝ

Μηδέν
Είναι εκεί που το Πραγματικό Γλέντι αρχίζει.
Υπάρχει τόσο πολύ μέτρημα
Οπουδήποτε αλλού!


ZERO

Zero
Is where the Real Fun starts
There's too much counting
Everywhere else!

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

William Blake

"Πρέπει να δημιουργήσω ένα σύστημα, 
ή θα σκλαβωθώ από κάποιου άλλου ανθρώπου.
Δεν θα εκλογικεύσω ούτε θα συγκρίνω. 
 Η δουλειά μου είναι να δημιουργώ."

"I must Create a System, 
or be enslav'd by another Man's.
I will not Reason and Compare; 
my business is to Create."





Ο William Blake (1757 - 1827) ήταν ένας ποιητής, εικονογράφος, χαράκτης, συντάκτης, συγγραφέας και ζωγράφος του οποίου οι προσπάθειες, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας και της ανορθόδοξης τη φύσης τους, ήταν σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένες στη διάρκεια της ζωής του. Η γνώση που απέκτησε όταν εργάστηκε ως χαράκτης του επέτρεψε να παράγει ο ίδιος με το χέρι του, το έργο του το οποίο περιβάλλει τα ποιήματά του. Μια ισχυρή φαντασία είναι εμφανής σε κάθε πτυχή του έργου του Blake. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του είναι η εικονογράφηση του βιβλίου του Ιώβ (1825), καθώς και οι εκατό περίπου υδατογραφίες για τη Θεία Κωμωδία του Δάντη ... Ένας βαθιά μυστικιστής, ο Blake ισχυρίστηκε ότι είχε εμπειρίες που τον οδήγησαν να επινοήσει το δικό του σύστημα πεποιθήσεων κατά το οποίο ο δημιουργός του σύμπαντος, τον οποίο μετονόμασε Urizen, σχεδίασε εκδίκηση για την ανθρωπότητα μέσω του Ιησού, που μετονόμασε Orc. Η κοινωνική και πολιτική συνείδηση του επέκρινε την επικρατούσα ακαδημαϊκή ζωγραφική του δέκατου όγδοου αιώνα. Έβλεπε ότι εκπροσωπούσε όλα αυτά που απεχθάνονταν για την ορθολογική, υλιστική εποχή στην οποία ζούσε.

William Blake was a poet, illustrator, engraver, draughtsman, writer and painter whose efforts, due to their idiosyncratic and unorthodox nature, were largely unappreciated in his own lifetime. The knowledge Blake gained from working as an engraver enabled him to produce his own work in which he surrounded one of his poems with his own hand-coloured illustration. A powerful imagination is evident in every aspect of Blake's work. Among his most important works are the Illustrations of the Book of Job (1825), and the hundred or so watercolours to Dante's Divine Comedy...A deeply mystical man, Blake claimed he had visionary experiences that prompted him to invent his own belief system in which the creator of the universe, whom he renamed Urizen, wrought vengeance on mankind through Jesus, renamed Orc. His social and political conscience railed against the prevailing academic painting of the eighteenth century. He saw it as representing all that he came to despise about the rational, materialistic age in which he found himself.

Τα σκίτσα είναι από εδώ / The illustrations are taken from these videos:

Music:
PaulSchwartz from State of Grace (2000) 05 Auguries of Innocence_ Part 1 & 06 Auguries of Innocence_ Part 2

Το ποίημα καθώς και αλλά από την συλλογή του The Pickering Manuscript μπορείτε να τα δείτε εδώ / You can read this and some other poems from his collection The Pickering Manuscript here:
Πληροφορίες - Σύντομη βιογραφία / Informations - Biography:

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Όλα Εντάξει, Μάνα (Αιμορραγώ Μονάχα)



Πραγματική τροφή για τη σκέψη αυτό το τραγούδι του Bob Dylan. Παραθέτω τους στίχους στα αγγλικά αλλά και σε ελληνικά (σε ελεύθερη μετάφραση του Γιώργου - Ικάρου Μπαμπασάκη).  Ωστόσο συμβουλεύω αυτούς που γνωρίζουν αγγλικά να προτιμήσουν το αγγλικό κείμενο γιατί παρά την φιλότιμη προσπάθεια του μεταφραστή, το ελληνικό κείμενο υστερεί κατά πολύ του πρωτότυπου.






Darkness at the break of noon
Shadows even the silver spoon
The handmade blade, the child’s balloon
Eclipses both the sun and moon
To understand you know too soon
There is no sense in trying.

Pointed threats, they bluff with scorn
Suicide remarks are torn
From the fool’s gold mouthpiece the hollow horn
Plays wasted words, proves to warn
That he not busy being born is busy dying.

Temptation’s page flies out the door
You follow, find yourself at war
Watch waterfalls of pity roar
You feel to moan but unlike before
You discover that you’d just be one more
Person crying.

So don’t fear if you hear
A foreign sound to your ear
It’s alright, Ma, I’m only sighing.

As some warn victory, some downfall
Private reasons great or small
Can be seen in the eyes of those that call
To make all that should be killed to crawl
While others say don’t hate nothing at all
Except hatred.

Disillusioned words like bullets bark
As human gods aim for their mark
Make everything from toy guns that spark
To flesh-colored Christs that glow in the dark
It’s easy to see without looking too far
That not much is really sacred.

While preachers preach of evil fates
Teachers teach that knowledge waits
Can lead to hundred-dollar plates
Goodness hides behind its gates
But even the president of the United States
Sometimes must have to stand naked.

An’ though the rules of the road have been lodged
It’s only people’s games that you got to dodge
And it’s alright, Ma, I can make it.

Advertising signs they con
You into thinking you’re the one
That can do what’s never been done
That can win what’s never been won
Meantime life outside goes on
All around you.

You lose yourself, you reappear
You suddenly find you got nothing to fear
Alone you stand with nobody near
When a trembling distant voice, unclear
Startles your sleeping ears to hear
That somebody thinks they really found you.

A question in your nerves is lit
Yet you know there is no answer fit
To satisfy, insure you not to quit
To keep it in your mind and not forget
That it is not he or she or them or it
That you belong to.

Although the masters make the rules
For the wise men and the fools
I got nothing, Ma, to live up to.

For them that must obey authority
That they do not respect in any degree
Who despise their jobs, their destinies
Speak jealously of them that are free
Cultivate their flowers to be
Nothing more than something they invest in.

While some on principles baptized
To strict party platform ties
Social clubs in drag disguise
Outsiders they can freely criticize
Tell nothing except who to idolize
And then say God bless him.

While one who sings with his tongue on fire
Gargles in the rat race choir
Bent out of shape from society’s pliers
Cares not to come up any higher
But rather get you down in the hole
That he’s in.

But I mean no harm nor put fault
On anyone that lives in a vault
But it’s alright, Ma, if I can’t please him.

Old lady judges watch people in pairs
Limited in sex, they dare
To push fake morals, insult and stare
While money doesn’t talk, it swears
Obscenity, who really cares
Propaganda, all is phony.

While them that defend what they cannot see
With a killer’s pride, security
It blows the minds most bitterly
For them that think death’s honesty
Won’t fall upon them naturally
Life sometimes must get lonely.

My eyes collide head-on with stuffed
Graveyards, false gods, I scuff
At pettiness which plays so rough
Walk upside-down inside handcuffs
Kick my legs to crash it off
Say okay, I have had enough
What else can you show me?

And if my thought-dreams could be seen
They’d probably put my head in a guillotine
But it’s alright, Ma, it’s life, and life only.


Όλα Εντάξει, Μάνα (Αιμορραγώ Μονάχα)

Μες στο καταμεσήμερο πλακώνει σκοτεινιά
Σκιά απλώνει ακόμα και στ' ασημένια πιατικά
Η χειροποίητη λεπίδα, το μπαλόνι του παιδιού
Έκλειψη προκαλούν και του ήλιου και του φεγγαριού
Να σε καταλάβω πιο γρήγορα απ' όσο μπορώ 
Δεν έχει νόημα να προσπαθώ.

Απειλές αιχμηρές εκτοξεύονται με χλευασμό
Αυτόχειρες παρατηρήσεις βγάζουν το σκασμό
Απ' του τρελού το επιστόμιο το χρυσό
Το κούφιο κέρας παίζει λόγια χαμένα
Λόγια που προειδοποιούν απεγνωσμένα
Πως δεν καταπιάνεται με το να μείνει ζωντανός
Μα καταπιάνεται με το να είναι νεκρός.

Σαν μια σελίδα πετάει έξω από την πόρτα ο πειρασμός
Την ακολουθείς, σε πόλεμο μπλέκεσαι ο φτωχός
Βλέπεις πως βρυχώνται του οίκτου οι καταρράκτες
Νιώθεις πως θέλεις να θρηνήσεις
Αλλά αντίθετα από πριν θ' ανακαλύψεις
Πως τώρα πια θ' αλλάξεις
Και θα είσαι, ακόμα ένας
Έτοιμος να κλάψεις.

Έτσι λοιπόν μην φοβηθείς
Αν στο αυτί σου φτάσει
Ένας ξένος ήχος
Όλα εντάξει, εγώ είμαι μονάχα
Που έχω απλώς αναστενάξει.

Κάποιοι προβλέπουν νίκη, κάποιοι συντριβή
Υπάρχουν λόγοι προσωπικοί
Άλλοι σπουδαίοι, άλλοι ποταποί
Στα μάτια αυτών που καλούν μπορείς να δεις
ότι άλλοι να σε σκοτώσεις θέλουν
Και άλλοι να σε κάνουν στο χώμα να συρθείς
Ενώ άλλοι λένε ότι τίποτα εξόν το μίσος
Δεν πρέπει να μισείς.

Λέξεις γυμνές σαν σφαίρες αλυχτούνε
Θεοί ανθρώπινοι σκοπεύουν και χτυπούνε
Κατασκευάζουνε τα πάντα πια
Από πλαστικά οπλοπολυβόλα που σπινθηροβολούνε
Μέχρι πλαστικούς Εσταυρωμένους που στο σκοτάδι λαμποκοπούνε
Δεν είναι δύσκολο να δεις δίχως να κοιτάξεις μακριά
ότι στ' αλήθεια λίγα έχουν μείνει όσια και ιερά.

Ενώ κήρυκες κηρύσσουν για κακές μοίρες
Δάσκαλοι διδάσκουν ότι η γνώση έχει υπομονή
Μπορεί να σε οδηγήσει σε πιατικά που κάνουν χίλιες λίρες
Κι η καλοσύνη λουφάζει πίσω από τις δικές της θύρες
Αλλά ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ο τρανός
Καμιά φορά πρέπει να στέκεται γυμνός.

Και μ' όλο που του δρόμου οι νόμοι έχουν καθιερωθεί
Είναι μονάχα τα τεχνάσματα των ανθρώπων
Που πρέπει να αποφύγουν οι δικοί σου ελιγμοί
Και όλα εντάξει, κανείς να μην ανησυχεί
Θα τα καταφέρω εγώ μια και καλή.


Έρχονται να σ' εξαπατήσουν οι διαφημίσεις
Πως είσαι ένας και μοναδικός να νομίσεις
Ότι μπορείς να κάνεις ό,τι κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα
Ότι καθετί μπορείς να νικήσεις με τη δική σου φόρα
Στο μεταξύ, εσύ χαμένος στην ευκολία
Και η ζωή ν' αλλάζει κι εσύ να είσαι η λεία.

Χάνεσαι, ξαναγυρίζεις, να' σαι
Και νιώθεις ξαφνικά ότι τίποτε δεν έχεις να φοβάσαι
Στέκεις μόνος και κανείς δεν είν' κοντά
Όταν μια τρεμάμενη φωνή, ακούγεται μα όχι καθαρά
Κι αιφνιδιάζει τα κοιμισμένα σου αυτιά
Και λέει ότι σε βρήκανε ξανά.

Μια ερώτηση τα νεύρα σου τραντάζει
Μα ξέρεις, δεν βρίσκεται απάντηση να ταιριάζει
Να σε ικανοποιήσει
Πως δεν τα παρατάς και πάλι να σε πείσει
Να μείνει μέσα σου και το μυαλό σου να μη λησμονήσει
Πως από καιρό, από πολύ καιρό
Δεν ανήκεις μήτε σ' αυτήν μήτε σ' αυτόν μήτε σ' αυτό.

Μ' όλο που οι αφέντες φτιάχνουν τους κανόνες
Και για τον σοφό και για τον τρελό
Δεν έχω τίποτε, στους δρόμους, στους λειμώνες
Και εγώ για ν' ανταποκριθώ

Γι' αυτούς που υπακούνε σε κάθε εξουσία
Ο έντιμος ο σεβασμός δεν έχει καμία σημασία
Περισφρονούν τη μοίρα τους, την ίδια τους την εργασία
Αυτοί μιλάν με ζήλια για όσους ζουν μ' ελευθερία
Αυτοί είναι ικανοί τα λουλούδια να φροντίσουν
Μόνο και μόνο για να 'χουν κάτι να πουλήσουν.

Κάποιοι είναι βαφτισμένοι σε αρχές
Σε κομμάτων αυστηρές επιταγές
Σε μεταμφιεσμένες λέσχες κοινωνικές
Κι όσους είναι στην απέξω άγρια επικρίνουν
Και η ελευθερία τούς κάνει να τα χάνουν
Άλλο δεν συζητάν παρά ποιον είδωλο να κάνουν
Γι' αυτό κινούνε ουρανό και γη
Αυτόν παρακαλάνε τον Θεό να τον ευλογεί.

Κάποιος που η φωτιά τη γλώσσα του τσουρουφλίζει
Στην άθλια χορωδία γαργαρίζει
Της κοινωνίας οι τανάλιες τον έχουνε παραμορφώσει πια
Και αυτός διόλου δεν νοιάζεται ν' ανέβει στα ψηλά
Αλλά μάλλον εσένα να τραβήξει χαμηλά
Σε μια τρύπα φοβερή
Όπου εκεί έχει χωθεί.

Μα δεν έχω τίποτα εναντίον μήτε θέλω να κατηγορήσω
Όποιον σ' ένα κελάρι κατοικεί
Δικιά του είν' η ζωή
Κι είναι εντάξει, ακόμα κι αν δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω.

Γριές δικαστίνες τα ζευγάρια παρακολουθούν 
Που τον έρωτα πια να απολάυσουν δεν μπορούν
Κίβδηλα ήθη διαλαλούν
Προσβολές, άγριες βλοσυρές ματιές
Ενώ το χρήμα δεν μιλάει
Το χρήμα βλαστημάει
Αισχρότητα, ναι, μα ποιος νοιάζεται στ' αλήθεια
Όλα προπαγάνδα, ελεεινή συνήθεια.

Άλλοι υπερασπίζονται αυτό που να δουνε δεν μπορούν
Ενός φονιά την περηφάνια, απορούν
Ασφάλεια ζητάνε μανιακά
Μα μυαλά τινάζονται στον αέρα πικρά
Γι' αυτούς που θαρρούν πως του θανάτου η σφυριά
Η έντιμη κατραπακιά
Δεν θα έρθει να τους χτυπήσει φυσικά
Της ζωής τα δευτερόλεπτα καμιά φορά
Θα πρέπει να είναι πολύ μοναχικά.

Τα μάτια μου συγκρούονται μετωπικά
Με παραγεμισμένα νεκροταφεία, φριχτά
Με ψεύτικους θεούς, και σέρνομαι ξανά
Στης μικροψυχίας τα σκοτεινά στενά
Πασχίζω από χειροπέδες νοερές ν' απαλλαγώ
Λέω φτάνει, την κοπανάω από δω
Το έχω δει το έργο ξανά εγώ.

Αν μπορούσαν να δουν τα όνειρα μου όλα
Και στις σκέψεις μου, θα μ' έστελναν στην καρμανιόλα
Αλλά εντάξει, τι μπορεί κανείς να πει
Εντάξει, λέω, αυτή και όχι άλλη είν' η ζωή.

Αντιγράφω μεταφράζοντας από την wikipedia το σχόλιο για το συγκεκριμένο τραγούδι:

Μία από τις πιο γνωστές και φιλόδοξες συνθέσεις του Dylan, αναμφισβήτητα ένα από τα κλύτερα τραγούδια του. Ο Clinton Heylin έγραψε ότι "άνοιξε ένα εντελώς καινούργιο είδος δακτυλοδεικτούμενου τραγουδιού, όχι μόνο για τον Dylan αλλά για ολόκληρη την ποπ", και κάποιος κριτικός είπε ότι είναι για τον καπιταλισμό ότι το "Σκοτάδι το μεσημέρι" (βιβλίο του Arthur Koestler) για τον κομμουνισμό. Ένας σημαντικός αριθμός από τους πιο διάσημους στίχους του Dylan μπορεί να βρεθεί σε αυτό το τραγούδι: "Αυτός που δεν απασχολείται με το να γεννηθεί, ασχολείται με το να πεθαίνει", " Είναι εύκολο να δει κάποιος χωρίς να κοιτάξει μακριά/  Ότι λίγα είναι πραγματικά ιερά", "Ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ / Μερικές φορές πρέπει να είναι γυμνός", "Τα λεφτά δεν μιλάνε, βρίζουν", "Αν μπορούσαν  να δουν τις σκέψεις - όνειρα μου / πιθανότατα θα μου έκοβαν το κεφάλι". Στο τραγούδι ο Dylan δίνει στο ακροατήριο του ένα χάρτη - οδηγό για να αποκωδικοποιήσει την περίεργη στροφή του μακριά από την πολιτική. Μέσα από μια σειρά θρήνων εκφράζει τη λύπη του για τις προσδοκίες του κοινού του ( "Δεν έχω τίποτα, μάνα να ανταποκριθώ / κυνηγήσω") και τη ματαιότητα της πολιτικής ( "Δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθούμε", "Νιώθεις να θρηνείς, αλλά αντίθετα από πριν / ανακαλύπτετε / ότι απλά είσαστε / Ένας ακόμη άνθρωπος που κλαίει ", "Είναι εύκολο να δει κάποιος χωρίς να κοιτάξει μακριά/  Ότι λίγα είναι πραγματικά ιερά "). Ο Dylan λέει στο ακροατήριο του πώς μπορεί να αντιληφθεί τη νέα κατεύθυνση του: "Έτσι μην φοβηθείτε αν ακούσετε / ένα ξένο ήχο στο αυτί σας / Είναι εντάξει, μάνα, είναι μόνο επειδή αναστενάζω"

One of Dylan's most celebrated and ambitious compositions, "It's Alright Ma (I'm Only Bleeding)" is arguably one of Dylan's finest songs. Clinton Heylin wrote that it "opened up a whole new genre of finger-pointing song, not just for Dylan but for the entire panoply of pop," and one critic said it is to capitalism what Darkness at Noon is to communism. A fair number of Dylan's most famous lyrics can be found in this song: "He not busy being born is busy dying"; "It's easy to see without looking too far / That not much is really sacred"; "Even the president of the United States / Sometimes must have to stand naked"; "Money doesn't talk, it swears"; "If my thought-dreams could be seen / They'd probably put my head in a guillotine." In the song Dylan is again giving his audience a road map to decode his confounding shift away from politics. Amidst a number of laments about the expectations of his audience ("I got nothing, Ma, to live up to") and the futility of politics ("There is no sense in trying"; "You feel to moan but unlike before / You discover / That you'd just be / One more person crying"; "It's easy to see without looking too far / That not much / Is really sacred", Dylan tells his audience how to take his new direction: "So don't fear if you hear / A foreign sound to your ear / It's alright, Ma, I'm only sighing."

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ










Οι άνθρωποι εδώ στον ξένο τόπο
Το χρόνο υποδέχονται με άλλο τρόπο
Φαντασμαγορικά φωτίζουν ουρανό και γη
Με πυροτεχνήματα στήνουν τη γιορτή.

Χαίρονται, αλαλάζουν και γιορτάζουν,
Όπως όλοι οι λαοί το χρόνο σαν αλλάζουν
Με άλλα έθιμα αλλά τα ίδια ήθη
Απαραίτητα για να περνάς στη λήθη.

Γιατί θέλει και αυτό το χόμπι φόρο,
Λεφτά να σπαταλάς και της ζωής το δώρο.
Σκυφτός και μίζερος κύκλους γοργά να κάνεις
Σύννεφα, άστρα, φεγγάρι και ουρανό να χάνεις.

Είναι η ίδια η Ζωή ένα πυροτέχνημα
Που φανταστικό -αν θες- μπορείς να κάνεις τέχνημα.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

To Posterity


Bertolt Brecht
(1898 - 1956)





Στους Μεταγενέστερους


I.

Ζω πράγματι στον μεσαίωνα!
Ο άδολος λόγος είναι παραλογισμός. Ένα λείο μέτωπο είναι εχέγγυο
μιας σκληρής καρδιάς. Εκείνος που γελά
δεν έχει ακόμα ακούσει
τη φοβερή είδηση.


Αχ, σε τι καιρούς ζούμε
όταν το να μιλάς για δέντρα είναι σχεδόν έγκλημα
Γιατί είναι ένα είδος σιωπής η αδικία!
Και αυτός που διασχίζει ήρεμα το δρόμο,
δεν είναι μακριά από τους φίλους του
σε μπελάδες;


Είναι αλήθεια: Κερδίζω τα προς το ζειν
Αλλά, πιστέψτε με, είναι μόνο από τύχη.
Τίποτα απ'όσα κάνω μου δίνει το δικαίωμα να φάω τη μερίδα μου.
Από τύχη την γλύτωσα. (Αν μ'αφήσει η τύχη μου
είμαι χαμένος)


Μου λένε: φάε και πιες.
Να χαίρεσαι που τα έχεις!
Αλλά πως μπορώ να φάω και να πιώ
όταν το φαγητό μου έχει αρπαχθεί από τους πεινασμένους
Και το ποτήρι με το νερό μου ανήκει στους διψασμένους;
Και όμως τρώω και πίνω.


Θα ήθελα ευχαρίστως να είμαι σοφός.
Τα αρχαία βιβλία μας λένε τι είναι σοφία:
Αποφύγετε τις συγκρούσεις του κόσμου
Ζήστε το λίγο χρόνο σας
φοβούμενοι κανένα
χωρίς να χρησιμοποιείτε βία

Ανταποδίδοντας καλό για το κακό.
Όχι η εκπλήρωση της επιθυμίας αλλά η λησμοσύνη
περνιέται για σοφία.
Δεν μπορώ να κάνω κανένα από τα παραπάνω:
Ζω πράγματι στο μεσαίωνα!



Διαβάστε την συνέχεια και το αγγλικό κείμενο εδώ.




Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Είμαι ο κάτοικος της γης*

*Από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα PEGAS

Μας απομόνωσαν τα σύνορα, οι φράχτες
Που επινόησαν οι τσιγκούνηδες και οι αρπάχτες.

Μας ξεχωρίζουν τα κράτη, οι κοινότητες, οι νομοί
Που δημιούργησαν οι φίλαρχοι και οι πολιτικοί.

Μας φανατίζουν οι θρησκείες και τα κόμματα
Που έφτιαξαν δογματιστές και τα κυκλώματα.

Μας διαχωρίζουνε οι συνοικίες, οι οδοί
Αφού άλλη ονομασία έχουν και δε ζούμε εκεί.

Για όλα φταίνε τ' άλλα έθνη και οι άλλες ράτσες
Αφού δε μας αρέσουν οι δικές τους φάτσες.

Δεν είμαι μαύρος, κίτρινος, ούτε λευκός
Είμαι Αγάπης γέννημα, ο Γιος της γης, ο μοναδικός.

Δεν είμαι μουσουλμάνος, βουδιστής, ούτε χριστιανός,
Είμαι του Ποιητή του Σύμπαντος ο υπηρέτης ταπεινός.

Δεν είμαι Ευρωπαίος, Ασιάτης, ούτε Αυστραλός,
Είμαι o homo sapiens, ο άνθρωπος ο απλός.

Δεν είμαι Έλληνας, ούτε Εβραίος, ούτε Γερμανός,
Είμαι του Κόσμου ο Πολίτης ο κοινός.

Δεν είμαι ριζοσπάστης, ούτε φιλελεύθερος και ούτε σοσιαλιστής,
Είμαι του κοινού νου ο συνεπής υπέρμαχος και θαυμαστής.

Δεν είμαι ερυθρόλευκος και ούτε ασπρογαλανός
Είμαι τ΄ αθλήματος ο φίλος ο αληθινός.

Δε ζω σε χωριουδάκι ούτε σε πόλη μεγαλοπρεπή,
Είμαι ο κάτοικος της γης που είναι εύθραυστη, μικρή.


Οκτώβριος 1997

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Περί καιρών μας ο λόγος...

Το βρήκα εδώ και είπα να το μοιραστώ μαζί σας. Πραγματική τροφή για σκέψη...


Πότε σας φταίν’ οι Αφγανοί και οι αγριανθρώποι,
πότε ο τρισκατάρατος και πότε ο Θεός,
σας φταίει κι η Αμερική, σας φταίει κι η Ευρώπη,
αλλά ποτέ δεν είπατε πως φταίει κι ο Ρωμηός.
Τα πταίσματα σας ρίχνετε στων άλλων την καμπούρα,
και έχετε αδιάκοπη παντοτινή μουρμούρα.

Στην δόξα των προγόνων σας τα τρόπαια ζητείτε,
φωνάζετε, ξεσχίζεσθε για τους παλιούς σας χρόνους,
και μόνο με τον ίσκιο τους ψωμοζητώντας ζήτε...
χαρά σ’ εκείνη τη γενιά που θάχει σας προγόνους!
Φαντάσου αν βρισκόμαστε στον κόσμο γεννημένοι
χωρίς κανένα πρόγονο, τι ήθελε να γένει!

Για κότες ακονίζετε μονάχα το σπαθί σας
και μες στο ίδιο αίμα σας βουτάτε τη λεπίδα,
εν όσω ζήτε δένετε με κόμπους το πουγγί σας,
και μόνον σαν πεθάνετε πλουτείτε την πατρίδα.
Πορνεύετε τα γράμματα, πορνεύετε τους νόμους,
Συνοδικοί στα σπίτια σας, Μακρακισταί στους δρόμους.

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Blog Widget by LinkWithin