Το τελευταίο γνωμικό που κατατέθηκε

Ο Χρύσιππος ο Σολεύς είπε: " "Θα συμπεραίναμε στην περίπτωση ενός όμορφου σπιτιού ότι χτίστηκε για τους ιδιοκτήτες τους και όχι για ποντίκια. Οφείλουμε επομένως, με τον ίδιο τρόπο, να θεωρούμε το σύμπαν σαν το σπίτι των θεών.""
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετάφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Η παραβολή των Τρωγλοδυτών* (Μοντεσκιού**)

Το έχω ξαναπεί. Είναι ορισμένα πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν. Κι όμως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μπορούν να τα περιγράψουν με μια ιστορία. Τέτοια είναι και η παρακάτω ιστορία, που όμως αξίζει τον κόπο να διαβαστεί απ' όλους μας και που κατά την δική μου άποψη θα έπρεπε να γίνεται αντικείμενο μελέτης στα σχολεία.

* Τρωγλοδύτες, αποκαλούνταν από τους αρχαίους Έλληνες εκείνοι οι λαοί που η κοινωνική τους ανάπτυξη ήταν πολύ χαμηλή και ζούσαν μέσα σε σπηλιές. Υπάρχουν αναφορές γι' αυτούς στον Ηρόδοτο.

** Μοντεσκιού: Γάλλος συγγραφέας - πολιτικός φιλόσοφος κυρίως γνωστός για τον διαχωρισμό των τριών εξουσιών. Το απόσπασμα που μεταφράζω είναι από το βιβλίο του Περσικές Επιστολές. (Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι κάποιες από τις επιστολές που στάλθηκαν ανάμεσα σε δύο Πέρσες φίλους)



Ο Mirza στον φίλο του Usbek, στο Erzeroum

Μόνο εσύ θα μπορούσες να με αποζημιώσεις για την απουσία του Rica, και μόνο ο Rica θα μπορούσε να με παρηγορήσει για την δικιά σου. (Ο Usbek εγκατέλειψε την Περσία για να γυρίσει τον κόσμο και ο φίλος του Rica, τον ακολούθησε.) Μας λείπεις, Usbek. Ήσουν η ψυχή της παρέας μας. Πόση βία χρειάζεται για να απαλλαγούμε από την προσκόλληση που δημιούργησε τόσο η καρδιά όσο και το μυαλό!
Συζητάμε πολύ εδώ· οι συζητήσεις μας είναι συνήθως γύρω από ηθικά ζητήματα. Χθες το αντικείμενο της συζήτησης ήταν αν οι άνθρωποι γίνονται ευτυχισμένοι με την απόλαυση και την ικανοποίηση των αισθήσεων ή με την άσκηση της αρετής. Σ' έχω ακούσει συχνά να λες ότι οι άνθρωποι γεννιούνται για να είναι ενάρετοι, και ότι η δικαιοσύνη είναι εξίσου απαραίτητη για την ύπαρξη όπως και η ίδια η ζωή. Σε παρακαλώ εξήγησε μου τι εννοείς με αυτό.
Ρώτησα γι` αυτό τους μουλάδες μας, αλλά με οδηγούν σε απόγνωση με τα ρητά τους από το Κοράνι: γιατί δεν τα συμβουλεύομαι ως γνήσιος πιστός, αλλά ως άνθρωπος, ως πολίτης, και ως πατέρας.
Σε χαιρετώ.
Isaphan, την τελευταία ημέρα της σελήνης του Saphar, 1711.



Usbek στον Mirza, στο Ispahan

Παραιτείσαι από τις δικές σου δυνάμεις της λογικής για να δοκιμάσεις τη δική μου· καταδέχεσαι να με συμβουλευτείς· πιστεύεις ότι είμαι ικανός να σε διδάξω. Αγαπητέ μου Mirza, υπάρχει ένα πράγμα που με κολακεύει περισσότερο από την καλή γνώμη που έχεις σχηματίσει για εμένα: είναι η φιλία σου, στην οποία την οφείλω.
Για να εκπληρώσω την επιθυμία σου, δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη να χρησιμοποιήσω κάποια πολύ αφηρημένα επιχειρήματα. Ορισμένες αλήθειες δεν αρκεί να τις κάνεις να φαίνονται πειστικές: πρέπει να κάνεις τον άλλο να τις αισθανθεί. Τέτοιες είναι οι αλήθειες της ηθικής. Ίσως το παρακάτω απόσπασμα σου κάνει βαθύτερη εντύπωση από φιλοσοφικά επιχειρήματα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν στην Αραβία μια μικρή φυλή που ονομάζονταν Τρωγλοδύτες, απόγονοι των αρχαίων αυτών Τρωγλοδυτών, οι οποίοι, αν πιστεύαμε τους ιστορικούς, μοιάζανε περισσότερο με θηρία απ' ότι με ανθρώπους. Οι δικοί μας δεν ήταν τόσο παραμορφωμένοι όσο οι παλιοί: δεν ήταν τριχωτοί σαν αρκούδες, δεν σφυρίζανε σαν ερπετά και είχαν δύο μάτια· αλλά ήταν τόσο κακόβουλοι και κτηνώδεις, που τους έλειπε κάθε έννοια δικαιοσύνης και ισότητας.
Είχαν έναν αλλοδαπό βασιλιά, ο οποίος, στην προσπάθεια του να διορθώσει την φυσική τους κακία, τους αντιμετώπιζε με σκληρότητα· αλλά συνωμότησαν εναντίον του, τον σκότωσαν, και εξόντωσαν όλη τη βασιλική οικογένεια.
Στη συνέχεια κάνανε μια συνέλευση για να διορίσουν κυβέρνηση και μετά από πολλές διαφωνίες εξέλεξαν υπουργούς. Αλλά μόλις τους επιλέξανε άρχισαν να τους βρίσκουν ανυπόφορους· και έτσι τους δολοφόνησαν και αυτούς.
Απελευθερωμένοι από αυτό το νέο ζυγό, το έθνος αφέθηκε να κυβερνιέται μόνο από την φυσική του αγριότητα. Κάθε άνθρωπος συμφώνησε ότι δεν θα υπακούει κανέναν άλλο πια, και θα κοιτούσε αποκλειστικά το δικό του συμφέρον, χωρίς να σκέφτεται αυτό των άλλων.
Αυτή η ομόφωνη απόφαση έφερε καθολική ικανοποίηση σε όλους τους Τρωγλοδύτες. Έλεγαν: "Τι δουλειά έχω εγώ να σκοτώνομαι στη δούλεψη ανθρώπων που δεν μου είναι τίποτα; Θα σκέφτομαι μοναχά τον εαυτό μου· θα είμαι ευτυχισμένος, τι μ' ενδιαφέρει αν οι άλλοι δεν είναι; Θα παίρνω ότι χρειάζομαι και εφόσον το κάνω, δεν θα νοιάζομαι αν όλοι οι άλλοι Τρωγλοδύτες είναι δυστυχισμένοι."
Ήταν η εποχή της σποράς. Όλοι είπαν: "Θα οργώσω τόση γη για να φυτρώσει το σιτάρι που είναι απαραίτητο για την διατροφή μου. Δεν θα χρειαστώ περισσότερο· δεν θα εξαντλήσω τον εαυτό μου χωρίς λόγο."
Η γη σε αυτό το μικρό βασίλειο δεν ήταν όλη της ίδιας ποιότητας. Υπήρχαν άγονες, ορεινές περιοχές, και άλλες που βρίσκονταν σε πεδιάδα που αρδευόντουσαν από κάποια ποτάμια. Εκείνο το χρόνο έτυχε μια μεγάλη ξηρασία και όλα τα χωράφια που ήταν ψηλά δεν δώσανε καρπούς, ενώ εκείνα που μπορούσαν να ποτιστούν ήταν πολύ γόνιμα: έτσι σχεδόν όλος ο ορεινός πληθυσμός πέθανε από την πείνα εξαιτίας της σκληρότητας των άλλων, που αρνήθηκαν να μοιραστούν τη σοδειά τους.

Το επόμενο έτος έριξε πολλές βροχές. Τα ορεινά είχαν ασυνήθιστες αποδόσεις, και τα πεδινά πλημμύρισαν. Για δεύτερη φορά λοιμοκτόνησε ο μισός πληθυσμός· αλλά οι άμοιροι φουκαράδες ανακάλυψαν ότι οι άλλοι ήταν τόσο σκληροί όσο οι ίδιοι την προηγούμενη χρονιά.
Ένας από τους επιφανείς πολίτες της χώρας είχε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Ο γείτονάς του την ερωτεύτηκε και την απήγαγε. Αυτό προκάλεσε μεγάλη διαμάχη, και μετά από πολλές προσβολές και μάχες συμφώνησαν να τηρήσουν την απόφαση ενός Τρωγλοδύτη ο οποίος, όσο είχε διαρκέσει η Δημοκρατία, είχε μια σημαντική επιρροή. Πήγαν σε αυτόν θέλοντας να παρουσιάσουν τα επιχειρήματα τους. "Τι με νοιάζει εμένα," είπε, "αν αυτή η γυναίκα ανήκει σε εσένα ή στον άλλο; Πρέπει να οργώσω την γη μου· Δεν πρόκειται να χάσω τον καιρό μου με τις φιλονικίες σας, και κοιτάζοντας τις υποθέσεις σας ενώ παραμελώ τις δικές μου. Παρακαλώ αφήστε με στην ησυχία μου και μην με προβληματίζετε άλλο με τους καυγάδες σας." Και αφήνοντας τους πήγε να εργαστεί στο χωράφι του. Ο απαγωγέας, που ήταν και δυνατότερος, ορκίστηκε ότι θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να παραδώσει την γυναίκα, και ο άλλος νικημένος από την αδικία του γείτονα και την σκληρή συμπεριφορά του επιδιαιτητή, επέστρεφε απελπισμένος στο σπίτι του όταν συνάντησε μια ωραία νέα γυναίκα που επέστρεφε από την πηγή. Δεν είχε πλέον γυναίκα· την βρήκε όμορφη, και ακόμα ομορφότερη όταν έμαθε ότι ήταν η γυναίκα του ανθρώπου που είχε προτείνει ως επιδιαιτητή, και που αποδείχτηκε τόσο αναίσθητος στην δυστυχία του. Την πήρε λοιπόν μαζί του στο σπίτι του.
Υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος, που είχε ένα αρκετά παραγωγικό κομμάτι γης, το οποίο με κόπο είχε καλλιεργήσει.  Δύο από τους γείτονες ένωσαν τις δυνάμεις τους, τον έδιωξαν από το σπίτι, και πήραν την γη του. Κάνανε μια συμμαχία να βοηθάει ο ένας τον άλλο ενάντια σε κάθε επίδοξο σφετεριστή, και κατάφεραν πράγματι να δώσουν αμοιβαία προστασία για αρκετούς μήνες. Αλλά ο ένας από τους δύο, βαρέθηκε να μοιράζεται κάτι που θα μπορούσε να το έχει ολόκληρο ο ίδιος, σκότωσε τον άλλο, και έγινε ο μοναδικός ιδιοκτήτης του χωραφιού. Η βασιλεία του ήταν σύντομη: δύο άλλοι Τρωγλοδύτες ήρθαν και του επιτέθηκαν. Ανακάλυψε ότι μόνος του ήταν πολύ αδύναμος για να αμυνθεί, και δολοφονήθηκε.
Ένας άλλος Τρωγλοδύτης που δεν είχε σχεδόν τίποτα να φορέσει είδε κάποιον να πουλάει μαλλί. Ζήτησε να μάθει την τιμή του. Ο πωλητής είπε στον εαυτό του: "Κανονικά θα περίμενα να πάρω γι' αυτό το μαλλί περίπου όσα θα χρειαζόμουν για να αγοράσω δύο οκάδες σιτάρι· αλλά θα το πουλήσω τέσσερις φορές παραπάνω, ώστε να πάρω οκτώ." Δεν υπήρχε εναλλακτική, και η τιμή πληρώθηκε. "Ωραία", είπε ο πωλητής, "τώρα θα αγοράσω σιτάρι."
"Τι είπες;" ανταπάντησε ο αγοραστής, "Θέλεις σιτάρι; Έχω λίγο να σου πουλήσω. Αλλά η τιμή μάλλον θα σε εκπλήξει. Πρέπει να γνωρίζετε ότι είναι πολύ ακριβό, και υπάρχει λιμός σχεδόν παντού. Αν μου επιστρέψεις τα λεφτά μου, θα σου δώσω μια οκά: αλλιώς δεν θα σου δώσω ακόμα και αν πέθαινες από την πείνα."
Εν τω μεταξύ μια τρομερή ασθένεια εξαπλώθηκε στην περιοχή. Ένας ειδικευμένος γιατρός ήρθε από μια γειτονική χώρα, και κούραρε με τέτοια ικανότητα που θεράπευσε όλους τους ασθενείς που πήγαν σ`αυτόν. Όταν η επιδημία σταμάτησε, πήγε σε όλους τους πρώην ασθενείς του για να ζητήσει την αμοιβή του, αλλά δεν εισέπραξε παρά μόνο αρνήσεις. Επέστρεψε στην χώρα του κουρασμένος από το μεγάλη του προσπάθεια και το ταξίδι. Αλλά σύντομα άκουσε ότι η ίδια ασθένεια ξαναχτύπησε , και ότι ο αριθμός των θυμάτων ήταν ακόμα μεγαλύτερος στον αχάριστο αυτό λαό. Αυτή τη φορά ήταν οι Τρωγλοδύτες που πήγαν σ' αυτόν. "Φύγετε!" τους είπε, "γιατί είστε άδικοι. Στις ψυχές σας υπάρχει ένα δηλητήριο το οποίο είναι πιο θανατηφόρο από αυτό που χρειάζεστε θεραπεία. Δεν αξίζετε να έχετε θέση σ' αυτή τη γη, επειδή δεν έχετε ανθρωπιά, και οι κανόνες τις ισότητας σάς είναι άγνωστοι. Νομίζω ότι θα προσέβαλα τους θεούς, που σας τιμωρούν, αν αντιστεκόμουν στο δίκαιο θυμό τους."

Erzeroum, την 3η του δεύτερου φεγγαριού  της Jomada, 1711.


ΕΠΙΣΤΟΛΗ XII

Usbek στον ίδιο, στο Ispahan

Είδες, αγαπητέ μου Mirza, πώς οι Τρωγλοδύτες εξαφανίστηκαν από την κακία τους, και πέσανε θύματα της ίδιας τους της αδικίας. Απ' όλες τις οικογένειες που υπήρχαν, μόνο δύο παρέμειναν, και ξέφυγαν την εθνική συμφορά. Υπήρξαν δύο πολύ αξιόλογοι άνδρες σ' αυτή τη χώρα. Ήταν ανθρώπινοι· καταλάβαιναν τι είναι η δικαιοσύνη· και ήταν λάτρεις της αρετής. Ενωμένοι τόσο από την ακεραιότητα της καρδιάς τους όσο και από τη διαφθορά των άλλων, είδαν την γενική ερήμωση και αισθάνθηκαν μόνο οίκτο: ο οποίος ήταν ακόμα ένας δεσμός ανάμεσα τους.  Δούλεψαν με την ίδια φροντίδα για το κοινό όφελος· δεν είχαν διαφωνίες εκτός από εκείνες που οφείλονταν στην τρυφερή και στοργική φιλία τους· και σε ένα απομονωμένο τμήμα της χώρας, απομονωμένοι από τους συμπατριώτες τους, που ήταν ανάξιοι για παρέα τους, ζήσανε μια ήσυχη και ευτυχισμένη ζωή. Η γη φαινόταν να αποδίδει καρπούς από μόνη της, καλλιεργούμενη από αυτά τα ενάρετα χέρια.
Αγαπούσαν τις γυναίκες τους, οι οποίες τους λάτρευαν. Η μόνη τους φροντίδα δόθηκε στην ενάρετη εκπαίδευση των παιδιών τους. Περιέγραφαν στα παιδιά τους συνεχώς τις δυστυχίες των συμπατριωτών τους, αφήνοντας την αθλιότητα τους να είναι ένα παράδειγμα γι 'αυτά. Πάνω απ' όλα, τους έκαναν να διαπιστώσουν ότι το συμφέρον του ατόμου μπορούσε πάντα να βρεθεί στο κοινό συμφέρον· ότι η επιθυμία να αποκοπείς από αυτό είναι το ίδιο με το να θέλεις να καταστρέψεις τον εαυτό σου· ότι η αρετή δεν είναι κάτι που μας κοστίζει τα πάντα, και δεν θα έπρεπε να μας φαίνεται σαν μια κοπιαστική εξάσκηση· και ότι η δικαιοσύνη στους άλλους είναι φιλανθρωπία στους εαυτούς μας.
Σύντομα απολάμβαναν την ανταμοιβή των ενάρετων γονέων, η οποία συνίσταται στο να έχουν παιδιά που τους μοιάζουν. Η νέα γενιά που μεγάλωσε μπροστά στα μάτια τους αυξήθηκε μέσω ευτυχισμένων γάμων. Και καθώς μεγάλωναν οι αριθμοί τους παρέμειναν στενά συνδεδεμένοι, και η αρετή, αντί να γίνεται ασθενέστερη ανάμεσα στο πλήθος, ενισχύονταν από τον μεγαλύτερο αριθμό των παραδειγμάτων. 
Ποιος μπορεί τώρα να περιγράψει την ευτυχία αυτών των Τρωγλοδυτών; Μια τέτοια φυλή ανθρώπων είναι βέβαιο ότι θα λατρευόταν από τους θεούς. Μόλις άνοιξαν τα μάτια τους και γνώρισαν τους θεούς, έμαθαν να τους φοβούνται, και η θρησκεία εμφανίστηκε, για να απαλύνει κάθε τραχύτητα στους τρόπους που είχε περισσέψει από την φύση.
Εγκαθίδρυσαν γιορτές για την τιμή των θεών. Οι νέοι και τα κορίτσια, στολισμένα με λουλούδια, τους τιμούσαν με χορό και μουσική. Ακολουθούσαν τα συμπόσια, και η χαρά κυβερνούσε ισότιμα με την λιτότητα. Ήταν σε αυτές τις συναθροίσεις που η αθωότητα του χαρακτήρα εκδηλωνόταν. Εκεί οι νέοι ανακάλυπταν πως να δώσουν τις καρδιές τους, και πως να λαμβάνουν το δώρο· εκεί η παρθενική λεπτότητα, το κοκκίνισμα, έκανε μια εξομολόγηση με την δύναμη της έκπληξης, αλλά γρήγορα επικυρωνόταν από την συναίνεση των γονιών· και εκεί οι στοργικές μητέρες έπαιρναν ευχαρίστηση προβλέποντας μια τρυφερή και πιστή ένωση από μακρυά.
Πηγαίναν στο ναό να ζητήσουν τη χάρη των θεών: όχι τα βάρη του πλούτου και του πλεονασμού, γιατί τέτοιες επιθυμίες ήταν ανάξιες για τους ευτυχισμένους Τρωγλοδύτες· ήταν ανίκανοι να τα επιθυμήσουν εκτός αν ήταν για τους συμπατριώτες τους. Ερχόντουσαν στο ναό μόνο για να ζητήσουν την υγεία του πατέρα τους, την ενότητα στα αδέλφια τους, την στοργή των γυναικών τους, την αγάπη και την υπακοή των παιδιών τους. Τα νεαρά κορίτσια πρόσφεραν την τρυφερή θυσία των καρδιών τους, και δεν ζητούσαν καμιά χάρη πλην του να είναι ικανές να κάνουν έναν Τρωγλοδύτη ευτυχισμένο.
Το βράδυ, καθώς τα κοπάδια επέστρεφαν από τα λιβάδια και τα κουρασμένα βόδια έφερναν πίσω τα υνιά, μαζευόντουσαν όλοι μαζί και κατά τη διάρκεια ενός απλού γεύματος θα τραγουδούσαν για τις αδικίες των πρώτων Τρωγλοδυτών, την θλιβερή τους μοίρα, την αναγέννηση της αρετής με την νέα γενιά και την ευτυχία της. Γιόρταζαν το μεγαλείο των θεών, την σταθερότητα με την οποία απένειμαν την χάρη τους σε αυτούς που προσεύχονται, και το αναπόφευκτο της οργής τους προς αυτούς που δεν τους φοβούνται. Περιέγραφαν της χαρές της βουκολικής ζωής και την ευτυχία που έδινε μια κατάσταση η οποία ήταν πάντα στολισμένη με αθωότητα. Λίγο μετά θα εγκατέλειπαν τους εαυτούς τους σε έναν ύπνο που δεν διακοπτόταν ποτέ από φροντίδες ή άγχη. 

Η φύση προμήθευε με αφθονία τόσο τις επιθυμίες όσο και τις ανάγκες τους. Σε αυτή την χαρούμενη χώρα, η απληστία ήταν κάτι άγνωστο. Έδιναν ο ένας στον άλλο δώρα, και αυτός που έδινε σκεφτόταν ότι αυτός είχε το πλεονέκτημα. Το έθνος των Τρωγλοδυτών θεωρούσε τους εαυτούς τους ως μέλη μιας οικογένειας· τα κοπάδια ήταν πάντα αναμεμιγμένα μεταξύ τους, και  το μόνο που δεν τους απασχολούσε ήταν να τα ξεχωρίσουν.

Erzeroum, την 6η του δεύτερου φεγγάρι της Jomada, 1711



Usbek στον ίδιο

Δεν θα μπορέσω ποτέ να σου πω ένα αρκετά σχετικά με την αρετή των Τρωγλοδυτών. Ένας από αυτούς είπε μια μέρα, "Αύριο είναι η σειρά του πατέρα μου να οργώσει το χωράφι· θα ξυπνήσω δύο ώρες πριν από αυτόν, και όταν έρθει θα το βρει οργωμένο."
Ένας άλλος είπε στον εαυτό του, "Νομίζω ότι στην αδελφή μου αρέσει ένας νεαρός Τρωγλοδύτης. Θα πρέπει να μιλήσω με τον πατέρα μου γι 'αυτό, να τον πείσω να κανονίσει το γάμο."
Ένας άλλος, έφερε την είδηση ότι ληστές είχαν κλέψει ζώα απ' το κοπάδι του. "Θυμώνω, γιατί ανάμεσα στα ζώα ήταν και μια λευκή αγελαδίτσα που ήθελα να προσφέρω στους θεούς."
Έναν άλλο τον άκουσαν να λέει ότι είχε δεσμευθεί να πάει στο ναό να ευχαριστήσει τους θεούς γιατί ο αδελφός του, το οποίο αγαπούσε ο πατέρας του και ο ίδιος πολύ, είχε ανανήψει από βαριά ασθένεια.
Ή πάλι: "Σ' ένα χωράφι από αυτά που γειτνιάζουν με του πατέρα μου, οι καλλιεργητές του όλη την ημέρα εκτίθενται σε θερμότητα του ήλιου. Θα πάω να φυτέψω μερικά δέντρα εκεί έτσι ώστε αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι να μπορούν να ξαποστάσουν στη σκιά."
Κάποια μέρα, όταν κάποιοι Τρωγλοδύτες ήταν μαζεμένοι, κάποιος από τους παλιούς ανέφερε κάποιον νεαρό τον οποίο υποπτευόταν ότι είχε κάνει κάτι κακό, και τον μέμφθηκε. "Δεν πιστεύουμε ότι έκανε τέτοιο πράγμα", είπαν οι νεαρότεροι, "αλλά αν το έκανε, είθε να είναι ο τελευταίος από την οικογένεια του που θα πεθάνει!"
Σε κάποιον έφεραν την άσχημη είδηση ότι ξένοι είχαν ληστέψει το σπίτι του και πήραν τα πάντα μαζί τους. "Αν δεν ήταν άδικοι," απάντησε, "εύχομαι οι θεοί να τους αφήσουν να τα χρησιμοποιήσουν για περισσότερο καιρό απ' όσο το έκανα εγώ."

Όλη αυτή η καλή τύχη παρατηρήθηκε με ζήλεια. Οι γείτονες λαοί συναντήθηκαν και αποφάσισαν, με προφάσεις να τους κλέψουν τα ζώα. Μόλις μάθανε οι Τρωγλοδύτες τα σχέδια τους στείλανε αντιπροσωπεία να τους συναντήσει για να τους δώσει το παρακάτω μήνυμα:
"Τι σας κάναμε; Κλέψαμε μήπως τις γυναίκες σας, τα γελάδια σας, ή μήπως λεηλατήσαμε τις χώρες σας; Όχι: είμαστε δίκαιοι, και φοβόμαστε τους θεούς. Τότε τι θέλετε από εμάς; Θέλετε μαλλί για να φτιάξετε ρούχα; Θέλετε γάλα ή μήπως τα φρούτα που παράγουμε; Αφήστε τα όπλα σας και εμείς θα σας τα δώσουμε. Αλλά ορκιζόμαστε, σε ότι πιο ιερό, ότι αν εισβάλετε στη γη μας με εχθρικές διαθέσεις, θα σας θεωρήσουμε άδικους, και θα σας φερθούμε όπως στα άγρια θηρία."

Αυτή η ομιλία έγινε δεκτή με περιφρόνηση. Και, πιστεύοντας ότι οι Τρωγλοδύτες δεν είχαν κανένα μέσο άμυνας εκτός από την αθωότητά τους, οι βάρβαροι εισέβαλαν στην επικράτειά τους.
Αλλά οι Τρωγλοδύτες ήταν καλά προετοιμασμένοι για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Έβαλαν τις συζύγους και τα παιδιά στο κέντρο. Η φρίκη τους προέρχονταν από την αδικία των εχθρών τους, και όχι από τον αριθμό τους. Μια νέα μορφή πάθους κυρίευσε την καρδιά τους: ένας ήθελε να πεθάνει για τον πατέρα του, άλλος για την γυναίκα του και τα παιδιά του· κάποιος για τα αδέλφια του, άλλος για τους φίλους του· και όλοι τους για το έθνος των Τρωγλοδυτών. Μόλις κάποιος έπεφτε νεκρός, την θέση του έπαιρνε κάποιος άλλος, που εκτός από τον κοινό αγώνα, είχε έναν επιπλέον λόγο να πολεμήσει· για να εκδικηθεί και το θάνατο του συμπατριώτη του.
Τέτοια ήταν η μάχη ανάμεσα στην αδικία και την αρετή. Αυτοί οι δειλοί που δεν ήθελαν τίποτα άλλο παρά λεηλασία, δεν ντραπήκανε να υποχωρήσουν τρέχοντας, και νικήθηκαν από την αρετή των Τρωγλοδυτών που δεν τους άγγιξε καθόλου.

Erzeroum, την 9η του δεύτερου φεγγαριού της Jomada, 1711


ΕΠΙΣΤΟΛΗ XIV

Usbek στον ίδιο

Καθώς το έθνος  τους αυξάνονταν καθημερινά, οι Τρωγλοδύτες σκέφτηκαν ότι θα ήταν σωστό να διαλέξουν κάποιον για βασιλιά. Συμφώνησαν ότι το στέμμα θα έπρεπε να δοθεί στον πιο δίκαιο ανάμεσα τους. Η επιλογή τους ήταν ομόφωνη και έπεσε σ' έναν ηλικιωμένο που τα χρόνια του και η αρετή του τον έκαναν σεβαστό. Δεν είχε θελήσει να παρευρεθεί στη συγκέντρωση· είχε αποσυρθεί στο σπίτι του με την καρδιά σφιγμένη από θλίψη.
Έστειλαν αντιπροσώπους για να τον πληροφορήσουν ότι ήταν η επιλογή τους. "Θεός φυλάξει," απάντησε, "που θα κάνω τέτοιο κακό στους Τρωγλοδύτες, και ότι σκεφτήκανε ότι δεν υπάρχει δικαιότερος ανάμεσα τους από εμένα! Μου φέρνετε το στέμμα, και αν επιμείνετε απολύτως να το φορέσω θα το κάνω. Αλλά να είστε σίγουροι ότι θα πεθάνω από θλίψη, έχοντας δει όταν γεννήθηκα τους Τρωγλοδύτες ελεύθερους, και τώρα να τους βλέπω υπηκόους." Καθώς μιλούσε δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα του. "Δυστυχισμένη μέρα!" είπε, "και γιατί έζησα τόσο πολύ;" Και μετά φώναξε με αυστηρή φωνή: "Καταλαβαίνω αρκετά καλά τι συμβαίνει Τρωγλοδύτες! Η αρετή σας άρχισε να σας γίνεται βάρος. Στην τωρινή κατάσταση σας, χωρίς κυβερνήτη, είναι απαραίτητο για εσάς να είστε ενάρετοι σε πείσμα του εαυτού σας. Αλλιώς δεν θα μπορούσατε να συνεχίσετε να ζείτε, και θα πέφτατε στις δυστυχίες των προγόνων σας. Αλλά αυτή η επιβολή σας μοιάζει πολύ σκληρή. Θα προτιμούσατε να είστε υπήκοοι σε ένα βασιλιά, και να υπακούτε τους νόμους του, πράγμα που θα ήταν λιγότερο άκαμπτο από τα έθιμα σας. Ξέρετε ότι μετά θα είστε σε θέση να ικανοποιήσετε τις φιλοδοξίες σας, να συγκεντρώσετε πλούτο, και να ζήσετε τεμπέλικα μέσα σε εξευτελιστικές ανέσεις· ώστε, εφόσον δεν πέσετε στα χειρότερα εγκλήματα, να μην έχετε ανάγκη την αρετή." Σταμάτησε για λίγο, και τα δάκρυα του τώρα έτρεχαν ποτάμι. "Και τι είναι αυτό που περιμένετε από εμένα; Πως μπορώ εγώ να διατάξω έναν Τρωγλοδύτη να κάνει οτιδήποτε; Θα προτιμούσατε να κάνει μια ενάρετη πράξη επειδή θα του το πω εγώ, ενώ θα μπορούσε να την κάνει χωρίς εμένα, εξαιτίας της φυσικής του κλίσης; Ω Τρωγλοδύτες! Βρίσκομαι στο τέλος της ζωής μου, το αίμα μου έχει παγώσει στις φλέβες μου, σύντομα θα δω τους ευλογημένους σας προγόνους: γιατί θέλετε να τους λυπήσω, και να είμαι αναγκασμένος να τους φέρω τη θλιβερή είδηση ότι έχετε υποταχθεί σε άλλο δίκαιο από εκείνο της αρετής;"

Erzeroum, τη 10η του δεύτερου φεγγαριού της Jomada, 1711.



ΥΓ. Η πρώτη φωτογραφία είναι πίνακας του Κορεάτη ζωγράφου Lee Jeong , 16ος αιώνας, με τίτλο “Pungjuk” ("Μπαμπού ταλαντευόμενο στον αέρα") ενώ η επόμενη είναι τρεις πίνακες: Kim Jeong-hee,  “Yeomhwachwisil” , Kim Hong-do, “Baekmae”  και Shim Sa-jeong, “Ohsanggojeol”
Από εδώ όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται: "Αυτά τα τέσσερα 'ευγενή' φυτά (Χρυσάνθεμο, μπαμπού, ορχιδέα και άνθος δαμασκηνιάς) και τα χαρακτηριστικά τους λέγεται ότι έχουν κάτι κοινό με την ανθρώπινη αρετή: δικαιοσύνη, δύναμη, αγνότητα και σεμνότητα."

Για όποιον έχει την όρεξη ένα ποίημα εδώ και μια ταινία εδώ.  


Τρίτη 24 Μαΐου 2011

S. Carmiggelt

Ο μεγάλος, με φαρδιούς ώμους άντρας, ο οποίος καθόταν δίπλα μου στο καφενείο, είπε: "Παλαιότερα δεν περίμενα από κανέναν τίποτα. Αν έκανε ή έλεγε κάτι που δεν μου άρεσε, τον χτυπούσα κατευθείαν.Θερμόαιμος, ε; Δεν μετανιώνω γιατί έτσι τους κρατούσα όλους στο χέρι. Ήξεραν τι τους περίμενε. Και όποιος δεν ήξερε το μάθαινε καλά με αυτές τις δύο".
Και μου έδειξε τις γροθιές του. 
Ήταν μεγάλες και σκληρές και μου έδωσαν την εντύπωση ότι το λογικότερο θα ήταν να μην κάνω ή πω τίποτα που δεν θα του άρεσε. Αυτό το προσεχτικό μου συμπέρασμα αποδείχτηκε όμως αχρείαστο, επειδή συνέχισε, λίγο λυπημένα: "Αλλά αυτό γίνονταν παλαιότερα."
Και μετά από μια γουλιά από την μπύρα του: "Ο άνθρωπος γερνάει, ε; Δεν μπορεί πια να τα κάνει όλα. Γι' αυτό τώρα ανέχομαι πράγματα που παλαιότερα δεν θα τα σήκωνα."
Μπορούσες να δεις πάνω του ότι αυτός ο μη μάχιμος τρόπος ζωής, κάτω από την πίεση των χρόνων που περάσαν, δεν του άρεσε καθόλου.
"Επειδή θερμόαιμος παραμένεις. Αυτό δεν ξεπερνιέται." είπε. "Πάρε για παράδειγμα αυτόν τον τύπο χθες το απόγευμα..."
Είχε 'ανάψει' ξεκάθαρα και αυτό φαινόταν στον τρόπο με τον οποίο έσφιξε το ποτήρι που από θαύμα δεν έσπασε.
"Κάθομαι στο αμάξι," άρχισε να διηγείται με φωνή που πίεζε για να παραμείνει ήρεμη, "οδηγώ σε ένα στενό δρομάκι. Ήσυχα. Δεν μου αρέσει η βιασύνη. Προχωρώ και φτάνω σε μια διάβαση πεζών. Δύο παιδάκια θέλουν να περάσουν απέναντι. Αλλά δεν τολμούν τα φουκαριάρικα. Τι κάνεις λοιπόν σαν άνθρωπος που χτυπά λίγο η καρδιά σου ακόμα και που καταλαβαίνεις πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα γι' αυτά τα μικρά σκουληκάκια σε αυτή τη μεγάλη αποθήκη αυτοκινήτων που λέγεται Άμστερνταμ;"
Με κοίταξε - με κόκκινα από το θυμό μάτια.
"Σταμάτησα," είπε. "και τους έγνεψα να περάσουν. Και τα παιδάκια ξεκίνησαν. Μάλλον σιγά. Αλλά ήταν τόσο μικρά. Ενώ περιμένω ξεκινά ένας τύπος που ήταν με το αυτοκίνητο του πίσω ακριβώς από μένα, να πατάει με μανία την κόρνα. Ο κύριος βιαζόταν. Ο κύριος έπρεπε να περάσει. Κοίτα, παλαιότερα θα κατέβαινα από το αμάξι και θα του έδινα μία στο κεφάλι. Αλλά φευ... κοίταξα πίσω μου. Ο τύπος ήταν  ντουλάπα, σίγουρα είκοσι χρόνια νεότερος μου. Άρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Αλλά δεν το κατάπια. Ξέρεις τι έκανα;"
Δεν είχα ιδέα.
"Βγήκα από το αμάξι μου. Ήρεμα περπάτησα προς το καπό. Το άνοιξα. Και ξεκίνησα να κοιτάω την μηχανή. Πολύ ήρεμα."
"Και μετά;" τον ρώτησα.
"Λοιπόν ο τύπος σταμάτησε να κορνάρει. Βγήκε και αυτός έξω και ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. 'Τι χάλασε;' με ρώτησε. Του είπα: 'Να μην σε νοιάζει. Δεν είναι το αμάξι σου. Είναι το δικό μου αμάξι.' Έφυγε γρυλίζοντας και πήγε πάλι στο δικό του αμάξι για να περιμένει. Κοίταξα για λίγο ακόμα την μηχανή. Μετά έκλεισα το καπό και ήρεμα ξεκίνησα το αμάξι."
Καθώς άδειαζε το ποτήρι του, τον κοίταξα σίγουρα με εκτίμηση.
Τι πράξη!
Υποθέστε ότι για διαμαρτυρία ενάντια στην θορυβώδη ζωή του Άμστερνταμ, σταματήσετε το αμάξι σας εν ώρα κίνησης στο μέσο μιας κεντρικής οδού και για κάμποσο διάστημα κοιτάξετε προσεκτικά την μηχανή σας.
Σου φέρνει ίλιγγο αν σκεφτείς τι μπορείς να καταφέρεις μόνος σου.
Ο συνομιλητής μου σήκωσε τους ώμους του και είπε: "Ναι, έτσι πρέπει πλέον να τα φέρνω βόλτα."

Η ιστορία είναι του Simon Carmiggelt (1913-1987) από την συλλογή του 1967 με τίτλο "Αύριο, βλέπουμε". Η μετάφραση δική μου.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Guy de Maupassant - Le Horla (απόσπασμα)

12 Μαΐου.

Έχω λίγο πυρετό εδώ και κάποιες μέρες· υποφέρω ή καλύτερα αισθάνομαι λυπημένος. 
Από που έρχονται αυτές οι μυστήριες επιδράσεις που αλλάζουν αποθαρρύνοντας την ευτυχία και την αυτοπεποίθηση μας σε θλίψη; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο αέρας, ο αόρατος αέρας είναι γεμάτος από άγνωστες Δυνάμεις, στων οποίων την μυστήρια παρουσία υποτασσόμαστε. Ξυπνάω γεμάτος ευθυμία, με διάθεση μέσα απ' την καρδιά μου να τραγουδήσω. -Γιατί;- Κατεβαίνω προς την όχθη του ποταμού· και ξαφνικά, μετά από μια μικρή βόλτα, επιστρέφω λυπημένος, σαν κάποια συμφορά να με περίμενε στο σπίτι. -Γιατί;- Είναι ένα κρύο αεράκι που, αγγίζοντας το δέρμα μου, έχει κλονίσει τα νεύρα μου και συσκοτίσει την ψυχή μου; Είναι το σχήμα των συννεφών, ή το χρώμα του ουρανού, το χρώμα των γύρω πραγμάτων, τόσο ευμετάβλητο, που, περνώντας μπρος από τα μάτια μου, προβληματίζει την σκέψη μου; Ποιος ξέρει; Όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν, όλα αυτά που βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, όλα αυτά που μας αγγίζουν χωρίς να το ξέρουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε χωρίς να τα ψηλαφίζουμε, όλα αυτά που συναντούμε χωρίς να τα ξεχωρίζουμε, έχουν πάνω μας, πάνω στα όργανα μας και, μέσω αυτών, πάνω στις ιδέες μας, πάνω στην ίδια την καρδιά μας, γρήγορες, αιφνίδιες και ανεξήγητες επιδράσεις; 

Πόσο δύσκολο να κατανοηθεί είναι αυτό το μυστήριο του Αοράτου! Δεν μπορούμε να το εξερευνήσουμε με τις αξιολύπητες αισθήσεις μας· με τα μάτια μας που δεν ξέρουν να αντιληφθούν ούτε το πολύ μικρό, ούτε το πολύ μεγάλο, ούτε το πολύ μακρινό, ούτε τους κατοίκους ενός αστεριού, ούτε τους κατοίκους μιας σταγόνας νερού... με τα αυτιά μας που μας πλανεύουν, διότι μας αναμεταδίδουν τις δονήσεις του αέρα σε ηχηρές νότες. Είναι οι νεράιδες που κάνουν το θαύμα της αλλαγής σε ήχο αυτής της κίνησης και με αυτή τη μεταμόρφωση δίνουν γέννηση στη μουσική που αποδίδει μελωδικά την βουβή ταραχή της φύσης... με τη γεύση μας, η οποία μόλις και μετά βίας μπορεί να διακρίνει την ηλικία ενός κρασιού!

Αχ, αν είχαμε άλλα όργανα που θα εκπλήρωναν προς όφελος μας άλλα θαύματα, πόσα άλλα πράγματα θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε γύρω μας!



Μετάφραση: Ιπτάμενος Ολλανδός

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Δικαιοσύνη - Μοντεσκιού

Τα Περσικά Γράμματα είναι ένα βιβλίο του Γάλλου συγραφέα Μοντεσκιού. Εκδόθηκε πρώτη φορά το 1721 και υποτίθεται ότι είναι συγκεντρωμένα γράμματα μεταξύ Περσών οι οποίοι ταξίδεψαν στην Ευρώπη (κυρίως Γαλλία) και έβλεπαν αυτόν τον νέο παράξενο κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια. Στην ουσία είναι οι απόψεις του Μοντεσκιού ο οποίος εκτός του ότι έγραφε με ψευδόνυμο, πρωτοέκδοσε το βιβλίο όχι στη γενέτειρα του αλλά στην Ολλανδία. Παρακάτω η μετάφραση του γράμματος 83.

Γράμμα 83
Usbek προς Rhedi, στη Βενετία

Αν υπάρχει Θεός, αγαπητέ μου Rhedi, πρέπει αναγκαστικά να είναι δίκαιος. Γιατί αν δεν ήταν, τότε θα ήταν το χειρότερο και πιο ατελές ον απ'όλα.
Η δικαιοσύνη είναι μια πραγματική σχέση, η οποία υπάρχει μεταξύ δύο πραγμάτων. Αυτή η σχέση είναι πάντα η ίδια, απ'όποιο ον και αν γίνεται αντιληπτή, είτε από τον Θεό, είτε από άγγελο, είτε από τον άνθρωπο.
Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν αυτές τις σχέσεις πάντα. Συχνά, αληθώς, όταν τις βλέπουν, στρέφουν το βλέμμα τους από την άλλη και βλέπουν πάντοτε καλύτερα το συμφέρον τους.
Η δικαιοσύνη υψώνει τη φωνή της, αλλά έχει δυσκολίες στο να ακουστεί εν μέσω του θορύβου των παθών.
Οι άνθρωποι είναι ικανοί να κάνουν άδικες πράξεις επειδή είναι συμφέρον τους να τις κάνουν και προτιμούν να ικανοποιούν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Πάντα πράττουν με γνώμονα τους εαυτούς τους - κανένας δεν είναι αδικαιολόγητα κακός. Πρέπει να υπάρχει κάποιος καθοριστικός λόγος και αυτός ο λόγος είναι πάντα η ιδιοτέλεια.
Αλλά δεν είναι δυνατόν ποτέ ο Θεός να μπορεί να κάνει κάτι άδικο. Άπαξ και δεχθούμε ότι αντιλαμβάνεται τι είναι δίκαιο, θα πρέπει να δρα σε συμφωνία μ' αυτό, γιατί αφού δεν έχει ανάγκη από τίποτα και επαρκεί στον Εαυτό του, θα ήταν το χείριστο απ' όλα τα όντα αν ήταν άδικος χωρίς ιδιοτέλεια.
Συνεπώς,
ακόμα και αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να αγαπάμε την δικαιοσύνη, στην ουσία δηλαδή, να κάνουμε προσπάθεια να μοιάσουμε σ' αυτό το ον του οποίου τόσο έχουμε εκθειάσει την σύλληψη του, και ο οποίος αν υπάρχει θα έπρεπε να είναι αναγκαστικά δίκαιος. Ακόμα και αν μπορούσαμε να ελευθερωθούμε από τους περιορισμούς της θρησκείας , δεν θα έπρεπε να ελευθερωθούμε από αυτούς που επιβάλλονται από την δικαιοσύνη.
Αυτό με οδήγησε, Rhedi, να σκεφτώ ότι
η δικαιοσύνη είναι αιώνια και δεν μπορεί να εξαρτάται από κοινωνικές συμβάσεις. Ακόμα και αν έπρεπε να εξαρτάται από αυτές, αυτή η αλήθεια θα ήταν απαίσια, και θα έπρεπε να την κρύβουμε από τους εαυτούς μας.
Είμαστε περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους οι οποίοι είνα δυνατότεροι από εμάς. Μπορούν να μας βλαψουν με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους, και τα τρία τέταρτα των περιπτώσεων μπορούν να το κάνουν παραμένοντας ατιμώρητοι. Τι γαλήνη για το μυαλό μας θα είναι να γνωρίζουμε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν στις καρδιές τους μια εσωτερική αρχή η οποία είναι με το μέρος μας, και μας προστατεύει από κάθε πράξη την οποία μπορεί να αναλάβουν εναντίον μας!
Αλλά γι' αυτό, θα πρέπει να φοβόμαστε συνεχώς. Θα πρέπει να περπατάμε ανάμεσα σε ανθρώπους σαν να είναι άγρια θηρία, και ποτέ δεν πρέπει να είμαστε σίγουροι ούτε ένα λεπτό για την ιδιοκτησία μας, την ευτυχία μας ή τις ζωές μας.
Όλοι αυτοί οι στοχασμοί με κάνουν ν' αγανακτώ με τους θεολόγους που παρουσιάζουν τον Θεό σαν ένα όν που χρησιμοποιεί τη δύναμη του τυρρανικά, κάνοντας τον να συμπεριφέρεται μ' ένα τρόπο που δεν θα έπρεπε να θέλουμε εμείς οι ίδιοι να συμπεριφερόμαστε από τον φόβο μήπως Τον προσβάλλουμε. Του αποδίδουν όλες τις ατέλειες τις οποίες τιμωρεί σ' εμάς, και αντιφατικά Τον παρουσιάζουν μερικές φορές σαν ένα κακό ον, μερικές φορές σαν ένα ον που μισεί το κακό και το τιμωρεί.
Όταν κάποιος εξετάζει τον εαυτό του, πόσο ικανοποίηση μπορεί να αντλήσει από την διαπίστωση ότι έχει δικαιοσύνη στην καρδιά του! - μπορεί να είναι μια λιτή ευχαρίστηση, αλλά είναι σίγουρο ότι θα του προκαλέσει χαρά, καθώς θα αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση του είναι τόσο ανώτερη από αυτούς χωρίς δικαιοσύνη όσο ανώτερη είναι από τις τίγρεις και τις αρκούδες. Αληθώς, Rhedi, αν ήμουν σίγουρος ότι θα μπορούσα να ασκώ ανελλιπώς και χωρίς σφάλματα αυτή τη δικαιοσύνη που μπορώ να οραματιστώ, θα θεωρούσα τον εαυτό μου ως τον υπέρτατο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Από το Παρίσι, την πρώτη του πρώτου φεγγαριού της Jomada, 1715

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Blog Widget by LinkWithin