Το τελευταίο γνωμικό που κατατέθηκε

Ο Χρύσιππος ο Σολεύς είπε: " "Θα συμπεραίναμε στην περίπτωση ενός όμορφου σπιτιού ότι χτίστηκε για τους ιδιοκτήτες τους και όχι για ποντίκια. Οφείλουμε επομένως, με τον ίδιο τρόπο, να θεωρούμε το σύμπαν σαν το σπίτι των θεών.""

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Εὐάγγελος Λεμπέσης - Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ

Από το ιστολόγιο του Τμήματος Φυσικής (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Μετά από υπόδειξη του αδελφού Simpleman...

Τὸ πλέον γνωστὸ αὐτὸ ἔργο τοῦ Εὐάγγελου Λεμπέση, δημοσιεύτηκε ἀρχικὰ στὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν» τὸ ἔτος 1941 μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πολεμικὴ συζητήσεων κριτικῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων στὶς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι γεμάτο ἀπὸ ὀξυδερκεῖς παρατηρήσεις πάνω στὸ τεράστιο θέμα τῆς βλακείας στὶς σύγχρονες κοινωνίες. Εἶναι μακροσκελές, στὴν καθαρεύουσα, ἀλλά, κατὰ κρίση ἀγαθοῦ, ἀνδρὸς ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ γίνει κτῆμα ὅλων.

Πρόλογος

Ἁπλὴ ὑποσημείωσις ἐξ ὀλίγων γραμμῶν εἰς ἄλλην μελέτην μου ἡ παροῦσα μικρὰ ἐργασία ἐξελιχθῆ εἰς τὸ ἀνὰ χείρας δοκίμιον χάρις εἰς τὴν παρώθησιν τοῦ διαπρεπεστάτου νομικοῦ καὶ ἀγαπητοῦ φίλου Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», κ. Ν. Π. Θηβαίου. Εἰς αὐτὸν ἑπομένως τὸν ἀνεξάντλητον εἰς ἐμπνεύσεις καὶ εἰς παντοειδῆ πρωτοτυπίαν ἐπιστήμονα καὶ συγγραφέα ὀφείλεται τόσον ἡ συγγραφή, καθὼς καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», ὡς καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀναδημοσίευσις τῆς παρούσης μικρᾶς πραγματείας. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτόν, ἀπὸ κοινοῦ συγγραφεὺς καὶ ἀνανῶσται, διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν ἐντρύφησιν εἰς τὸν χλοερὸν τοῦτον κόσμον μιᾶς κατηγορίας συνανθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνικὴ σημασία ἔχει δεινῶς ὑποτιμηθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα οὐ μόνον -φεῦ!- ἐν τῷ βασιλείῳ τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ χλοεροῦ τούτου πλανήτου!

Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος.

Ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τέλος δέον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι κατεβλήθη ἐνδελεχὴς προσπάθεια, ὅπως αὕτη εἶναι αὐστηρῶς ἐπιστημονική. Διότι πράγματι - ὡς ἐλπίζω ν᾿ ἀποδειχθῇ - πλὴν τῶν ἄλλων δεδικαιολογημένων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχη παρὰ τῶν λοιπῶν ἀτυχῶν συνανθρώπων, ἡ εὐτυχὴς καὶ παντοδύναμος κοινωνικὴ κατηγορία, ἥτις ἐξετάζεται ἐνταῦθα, εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις ν᾿ ἀποτελέσῃ σοβαρώτατον θέμα σοβαροῦ ἐπιστημονικοῦ χειρισμοῦ.

Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, ἐκ λόγων εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ θέμα τῆς παρούσης μελέτης δυνάστας τῆς ἀνθρωπότητος ν᾿ ἀφιερωθῇ αὕτη εἰς αὐτούς. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης ὅμως ἀφιεροῦται - καὶ οὐκ ἐπ᾿ ἐλάχιστον, πρὸς διδαχήν των - εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!

I

Εἰς τὴν πολυπληθῆ κατηγορίαν τῶν βλακῶν προσάπτεται ἀσφαλῶς ἄδικος καὶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη μομφή, ὅταν οὗτοι χαρακτηρίζονται εἴτε ὡς ἄχρηστοι καὶ περιττὸν βάρος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς παρασιτικοί, ἐκφράζεται δὲ συχνὰ ἡ ἀνόητος, ὡς θὰ ἴδωμεν, εὐχὴ ὅπως οὗτοι ἐκλείψουν. Τὸ πρόβλημα τῶν βλακῶν δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἁπλοῦν ὅταν ληφθῆ πρώτον ὕπ᾿ ὄψιν ἡ στερεὰ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία θέσις, ἢν οὗτοι ἐπαξίως κατέχουν ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ. Οἱ βλᾶκες διαιροῦνται οὕτως εἰς δυὸ ὅλως ἀντιθέτους μεταξὺ τῶν «ὁμάδας», διεπομένας ὅμως ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ διαφορισμοῦ Ἡ πρώτη ἐκ τούτων ὁμὰς καταλαμβάνει ὡς γνωστὸν τὰς ὑποδεεστέρας ἐν τὴ κοινωνία θέσεις, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὰς κατωτάτας βαθμίδας τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Πόσον εὐεργετικὴ διὰ τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῆ, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐκμετάλλευσις καὶ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Εἰς δὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: Ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορισμός, διότι ἀντὶ τῆς ἀνισότητος, θὰ ὑπῆρχεν ἰσότης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐφυεῖς, ὅπερ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διαφορισμοῦ τὸ αὐτό: ὡς νὰ ἦσαν ὅλοι βλᾶκες· διότι ὁ διαφορισμὸς ἀπαιτεῖ ρητῶς καὶ εὐφυεῖς καὶ βλάκας, περικοπτωμένων δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν δυὸ τούτων σκελῶν του, αἴρεται ὁλόκληρος. Ἄνευ δέ, κατ᾿ ἀκολουθίαν, τοῦ διαφορισμοῦ, καθισταμένου δυνατοῦ μόνον διὰ τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς τῶν βλακῶν, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπὸν ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν, ἤτις ἄλλως τὲ ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εἰς τὸν κοινωνιολόγον εἶναι ἐπιστημονικῶς γνωστή.

II

Ἡ κατὰ τῶν βλακῶν καταφορὰ προκαλεῖται ἄλλως τε ὑπὸ τῆς δευτέρας ὁμάδος αὐτῶν, πλέον ἐνοχλητικῆς της πρώτης, ἀλλὰ καὶ ἐνταύθα ἡ καταφορὰ αὕτη, ἐφ᾿ ὅσον ἐμφανίζεται ὡς λογικὴ κρίσις, εἶναι ἀκοινωνιολόγητος, ἤτοι ἀντεπιστημονική. Κατηγοροῦνται δηλαδὴ οἱ βλᾶκες τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὅτι παναξίως κατέχουν σπουδαίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις. Ἀλλ᾿ ἡ κρίσις αὕτη προδίδει πλήρη μίας ὠρισμένης μορφῆς τοῦ διαφορισμοῦ ἄγνοιαν. Ἡ μορφὴ αὕτη δεδομένη μὲ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ὡς ὁ νόμος τοῦ διαφορισμοῦ εἶναι ὁ στοιχειώδης κανών: «δέκα βλᾶκες καθ᾿ ἑνὸς εὐφυοῦς· δέκα ἀνίκανοι καθ᾿ ἑνὸς ἱκανοῦ· δέκα ἀδύνατοι καθ᾿ ἑνὸς ἰσχυροῦ κ.ὁ.κ.». Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κλασσικόν, τυπικὸν καὶ αἰώνιον ἀφ᾿ ἧς ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία, δι᾿ ὅλης της Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δύνανται νὰ εἶναι «τυχαῖον»; Ἀλλὰ τυχαῖον εἶναι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβη ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Οὐδέποτε ὅμως ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔχει συλληφθῆ εἰς τὸν θεμελειώδη νόμον τοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ τὸ μὲν ψυχολογικὸν ἐλατήριον τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ὁπωσδήποτε «κάτω» κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε «ἄνω» εἶναι δεδομένη διὰ τοῦ ressentiment.

Ὁ συνασπισμὸς τῶν βλακῶν ἐνταύθα εἶναι μηχανικὴ ὀργάνωσις βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς «ἐλαχίστης προσπαθείας» πρὸς ἀντιμετώπισιν ἰσχυροτέρας δυνάμεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ ἑνός. Ἡ ὀργάνωσις αὕτη περιωρισμένης ἐκτάσεως καλεῖται κοινωνιολογικῶς κλίκα (clique).

2. Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται πρώτον μὲν ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἢν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ ζῳώδους πανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μονίμως κατατρύχεται, ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εἰς τὸ παντὸς εἴδους προλεταριάτον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται αὐτόματος συρροὴ βλακῶν εἰς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, αἴτινες, ἐὰν μὲν εἶναι συμφεροντολογικαί, διατηροῦν τουλάχιστον τὴν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων των, ἐὰν ὅμως εἶναι «πνευματικαί» περιέρχονται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς πλήρη βλακοκρατίαν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλει τὸν ἐκφυλισμὸν τοῦ λ.χ. ὁ μασσωνισμός, oι ἁπανταχοῦ Ῥοταριανοὶ ὅμιλοι, ὅλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ... Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν!. Ἑπόμενον εἶναι κατόπιν τούτων, ὅτι ὅπως ἡ λεγεὼν τῶν βλακῶν ὠθεῖται ἀκατανικήτως πρὸς τὴν ἀγέλην καὶ πρὸς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, οὕτω ὑφίσταται ἀκατανίκητον ἕλξιν ἀπὸ τὰς παντὸς εἴδους ἀγελαίας ἀντιατομικὰς καὶ ὁμαδιστικὰς θεωρίας, ἀπὸ τοῦ πάσης φύσεως παρεμβατισμοῦ ἢ διευθυνομένης οἰκονομίας ἢ 4ης Αὐγούστου μέχρι τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ (Ἄλλοι εἶναι οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν θεωριῶν αὐτῶν). Τούτων δεδομένων ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀτελεύτητος καὶ αὐστηροτάτη ἐπιλογὴ βλακῶν εἰς τὰ ὁμαδικὰ συστήματα ἡ ὁποία, τὴ βοηθεῖα μίας πολιτικῆς βίας, κατοχυρούται καὶ ὡς πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς (4η Αὔγουστου), τόσω μᾶλλον, ὅσο ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, χρήσιμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες διαθέτουν σκέψιν, εἶναι μονίμως καὶ ἐξόχως ἀντιπαθητικὴ εἰς τοὺς βλᾶκας, διότι ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἄλλων στρέφεται ἐναντίον των, ἴδια ὁσάκις οὗτοι κατέχουν ἐξουσιαστικὰς θέσεις, ἢ ἔχουν συνδέση συμφέροντα μὲ τοὺς κατέχοντας αὐτάς. Ἡ ἔλλειψις ἰδίας γνώμης, ἡ κολακεία καὶ ἡ ρᾳδιουργία (ἴδε κατωτέρω) τοὺς προορίζουν ἄλλως τὲ εἰδικῶς διὰ τὰς καταστάσεις ταύτας. Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.

III

3. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι δεδομένη ἡ πραγματικὴ δυνατότης τῆς ἀποτελεσματικῆς δράσεως τῆς βλακικῆς ἀγέλης; Ἡ δυνατότης αὕτη εἶναι δεδομένη ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ψυχολογικοῦ ἐλατηρίου (τοῦ ressentiment), τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχε κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκολούθως κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς μοιραίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ οἱ βλᾶκες, θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναντικατάστατοι, διότι εἶναι θέσις ὑποδεεστέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὸν ὅλον κοινωνικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς κατωτέρας αὐτοῦ βαθμίδας. Εὐκρινέστατα διαφαίνεται ἡ ἐξάρτησις αὕτη τῶν ἀνωτέρω βαθμίδων καὶ προσώπων ἀπὸ τῶν κατωτέρων τοιούτων ὅπου αὕτη λαμβάνει μορφὰς καθαρῶς ἐκβιαστικάς, τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντες οἱ κοινωνικοὶ ἄνθρωποι. Ὡς παράδειγμα δύναται νὰ χρησιμεύση ἡ παρέλκυσις ἢ ὁ ἐνταφιασμὸς μίας ὑποθέσεως εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ καταζητουμένου ἐκληματίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς αὐτὸν κλπ

4. Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ. Οὕτω λ.χ., εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἡ τὸ 1910 ἀνελθοῦσα κοινωνικὴ ὁμὰς ἀνέτρεψε τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προσώπων καὶ ἐντὸς τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, καταστήσασα δυνατὴν τὴν ὑπεφαλάγγισιν τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν ὑπὸ νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.)

5. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνευ συνασπισμοῦ καὶ ὀργανώσεως, ἄνευ«κλίκας», ἀνερχόμενοι βλᾶκες ἢ ἀνίκανοι γενικῶς, ἀτομικῶς καὶ μόνον ἐπικρατοῦντες, εὑρίσκονται ἐν τούτοις δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ εἰς ἴσον βαθμὸν ὡς καὶ οἱ ὀργανωμένοι τοιοῦτοι. Διότι ἀντικειμενικῶς αἱ θέσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν εἶναι τοιαύται, ὥστε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἢ νὰ εἶναι πλεονεκτικὴ ἢ νὰ εἶναι ἀνεκτή, οὐδέποτε ὅμως θέσεις ἀπαιτούσαι πραγματικὰ προσόντα, ἐκ τῶν ὁποίων, καὶ ἂν ἀκόμη φθάνουν εἰς αὐτάς, ἀνατρέπονται καὶ κρημνίζονται εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν καὶ ὑπὸ μεγάλου τινὸς ἢ μικροῦ πνέοντος ἀνέμου. Οὕτω λ.χ. πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλαβον διαδοχικῶς πλεῖστα ἀξιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, μέχρι τοῦ «Προέδρου τοῦ Συλλόγου Προστασίας Ἐγγύων Μυιῶν», τοῦ «Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Πωλητῶν Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., ἀξιώματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξη σοβαρῶς ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Εἰς τὰ ἀξιώματα ταῦτα προστίθενται φυσικὰ καὶ διακρίσεις οἶον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ

Ο causeur συνάδελφος τοῦ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἀληθῆ κοινωνικὴν μάστιγα, διότι ὡς causerie ἐκλαμβάνει τὸ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χειμαζομένους συνανθρώπους τί ἀνέγνωσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἤκουσεν εἰς τὸ ραδιόφωνον καὶ τί τοῦ εἶπον διάφοροι καθ᾿ ὁδόν, ἐξικνούμενος ἔστιν ὅτε εἰς τὰ σχόλιά του, ὅταν ἀποφασίση νὰ σχολιάση εἰς δυσθεώρητα ὕψη ὀξυδερκείας καὶ πνευματικῆς χάριτος: ὅτι λ.χ. κατὰ τὴν νύκτα ἀναμφιβόλως ἐπικρατεῖ σκότος, τὴν δὲ βροχὴν ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἡ ὑγρασία... Εἰς ταῦτα προστίθεται ἐνίοτε καὶ ἡ «προστατευτική» στάσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν πνευματικῶς ἀνωτέρων του, σκοποῦσα τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κλπ.

IV

6. Ἐνδιαφέρον εἶναι τέλος ἐνταύθα τὸ φαινόμενον μερικῶν εὐφυῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνστικτωδῶς διαισθανόμενοι τὸν κοινωνικῶς ἀνυπέρβλητον ρόλον τῶν βλακῶν καὶ τὴν λαμπρὰν κοινωνικὴν αὐτῶν σταδιοδρομίαν - ἐv τῇ «χρυσῇ» μέσῃ ὁδῷ τῆς μετριότητος ἐννοεῖται - ἀποφασίζουν νὰ ὑποδυθοῦν τὸν ρόλον αὐτόν, ὅπως ἀνέλθουν διὰ τῆς μεθόδου τῆς «νύσσης», ὡς αὕτη εὐφυέστατα ἀποκαλεῖται παρὰ τῷ λαῷ. Ἀλλ᾿ ὁ ρόλος οὗτος εἶναι ἐξαιρέτως δύσκολος ἐκ δυὸ λόγων: Πρῶτον ὑποκειμενικῶς ἡ ὕπαρξις πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς ζωῆς ἔχει ὡς γνωστὸν ἀναποτρέπτους ἀντανακλάσεις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς φυσιογνωμίας, αἴτινες μὲ τὴν τελειοτέραν ὑπόκρισιν, δύσκολον εἶναι ν᾿ ἀποκρυβοῦν, πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ᾿ ἣν εἶναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ἠθοποιοῦ. Ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ εὐφυοῦς ἀνθρώπου εἶναι κατὰ κανόνα διὰ τὸν βλᾶκα εἰς τὸ ἔπακρον προκλητική. Τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τῶν συναισθημάτων, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐξαπολύει πάρ᾿ αὐτῶ εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ἐκεῖνο τοῦ καταδιωκομένου καὶ πανικοβλήτου ζῴου ἢ ἀνθρώπου, ἐν καταστάσει φυγῆς ἢ ἀμύνης. Τὸ μῖσος, ὁ φόβος, ὁ φθόνος μετὰ τοῦ θράσους συμπλέκονται κατὰ τρόπον, δηλοῦντα διὰ τὸν ἐξησκημένον ὀφθαλμὸν σαφῶς εἰς πᾶσαν φράσιν, ἴδια ὑποτιμητικὴν ἢ μειωτικήν, τὴν κατάστασιν ἀμύνης. Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ βλακός, ἡ ἔνστικτος καχυποψία αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ὑπόκρισις τοῦ εὐφυοῦς ν᾿ ἀποβαίνῃ ματαία, ἡ δὲ πραγματικὴ εἰλικρίνεια αὐτοῦ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑπόκρισις. Ὁ βλὰξ ὡς πλησιέστερος πρὸς τὸ ζωϊκὸν βασίλειον, ἔχει τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν οὕτω ἀνεπτυγμένην, ὥστε ν᾿ ἀδυνατῇ νὰ διαγνώσῃ ἢ νὰ ἐννοήση συλλογισμοὺς καὶ λογικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εὐφυοῦς, βασιζομένους ὄχι εἰς τὸ ἔνστικτον ἀλλὰ εἰς τὴν διάνοιαν. Ἄοπλος καὶ ἀνυπεράσπιστος ἔναντι τῶν ψυχρῶν ὑπολογισμῶν τῆς ξένης διανοίας, ἢς ὁ μηχανισμὸς τυγχάνει εἰς αὐτὸν νοητικῶς ἀπροσπέλαστος, μίαν μόνην ἄμυναν διαθέτει, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ζῷον καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος: τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν. Οὕτω ἐξηγεῖται καὶ ἡ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ κατωτερότης τῶν λαῶν, οἵτινες ἐμπνέονται βασικῶς ὑπὸ τῆς καχυποψίας, ἢν αὐταρέσκως ἐκλαμβάνουν ὡς εὐφυίαν. Ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων οἵτινες οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχουν αὐτῆς, ὡς ἀντιλαμβανόμενοι νοητικῶς τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἐπίσης φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετόν της εὐφυίας ὡς πρὸς τὸν ὅλον αὐτῆς ἐκτοπιζομένης πάντοτε ὑπὸ τῆς δευτέρας. Λέγομεν ἀντίθετος μόνον ὡς πρὸς τὸν ρόλον, διότι ἡ διάνοια δὲν εἶναι τί τὸ ἀνεξάρτητον ἢ ἀντίθετόν του ἐνστίκτου, ἀλλὰ τουναντίον ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ διὰ λογικῶν μέσων πλουτισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ ὄψις τῆς καχυποψίας καὶ τὸ δεύτερον στάδιον αὐτῆς, ἤτοι ἡ δρᾶσις αὐτῆς, δρᾶσις ὅμως ζωϊκῶς ἀμυντικῆς φύσεως, διότι προϋποθέτει τὴν πνευματικὴν κατωτερότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμηχανίαν τοῦ βλακός, ὡς ζῴου ἐνστικτώδους καὶ πνευματικῶς πανικοβλήτου. Ἡ ἁπλὴ καχυποψία εἶναι ἄμυνα παθητικῆς φύσεως, καθ᾿ ὃ μὴ ἐνεργοῦσα ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἡ πονηρία εἶναι ἄμυνα ἐνεργητικῆς φύσεως, διότι ἀποτελεῖ ἐγκεφαλικὴν ἐνέργειαν, σχηματισμὸν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, ἀγόντων εἰς πράξεις («τὸν ἐγέλασε» κ.λπ.) καὶ συνεπῶς ἐνεργεῖ ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἄσχετον τὸ ζήτημα τῆς βλακώδους ποιότητος τῶν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων. Ἡ χρησιμοποίησις ἤδη τῶν βλακωδῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, μὲ μιὰν λέξιν τῆς πονηρῖας, χρησιμοποίησις ὅμως γενικώτερον ψυχολογικῶς ἐπιδρώσα ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀτόμου, ἤτοι χρησιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ στοιχεῖα κατωτάτης πνευματικῆς ὑποστάθμης (κολακεία, ψεῦδος, ρᾳδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθὴς μορφὴ τοῦ βλακὸς ἀκόμη, ἐπίκλησις τῆς πολυτεκνίας του, προσφορὰ ἀνηθίκων καὶ εὐκόλων ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, τὸ «ποιεῖν τὸν καραγκιόζην», ἢ τὸν gigolot, χειροφιλήματα πρὸς τὸν «Ἐθνικὸν Κυβερνήτην», ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφὴ κολακευτικῶν στίχων, μεταφορὰ λαχανικῶν, κλπ.

8. Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγει εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾷς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήση ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῆ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἢς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μίας ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυίαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικὴς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυά, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἐν ἄτομον ἢ εἷς λαός, (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας) τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήση ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεv καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον... Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου,τὸ ὁποῖον ρίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνών» της Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!

V

9. «Ὅτι ὁ βλάξ, ἀκολουθῶν τὴν ἔνστικτον αὐτοῦ καχυποψίαν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, θέτει δὲ αὐτὸν ἐν τῷ Κοινωνικῷ βίω εἰς «ἀνωτέραν» μοῖραν λ.χ. τοῦ μεταφυσικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνστικτώδης κόσμος ἔχει ὑποστὴ νοσηρὰν ἀτροφίαν, ἔναντι τοῦ διανοητικοῦ αὐτοῦ κόσμου, ὅστις ἔχασε πᾶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὡς ὑποχρεούμεθα, πρῶτον ὅτι τὸ ἔνστικτον εἶναι ἀλάθητον, καθ᾿ ὃ ἀνεξήγητον καὶ ἄφθαρτον, δεύτερον ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐνστίκτων εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν φυσικῶς ὑγιὴς κόσμος, τρίτον ὅτι ἡ κοινωνία ὡς συνέχεια τῆς φύσεως εἶναι ὑγειῆς ὀργανισμός, ἀπαρτιζόμενος ὑπὸ ὑγειῶν ἀτόμων, τότε τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ βλακὸς ἐπὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι συμπέρασμα ἀναγκαστικὸν καὶ ἀνέκκλητον, ἐπαληθευόμενον ἄλλως τέ, κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα, ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν. Τὸ ὅτι οἱ μεταφυσικοὶ ἐπεκράτησαν (ὄχι ἤνθισαν) εἰς ἐποχὰς παρακμῆς τῶν κοινωνιῶν δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ βλάξ, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, διαισθανόμενος ἐν τῇ καχυποψίᾳ του τὴν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς, εἶναι θεμελιωδῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ὀρθῶς τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθη κοινωνικῶς εἰς τὴν κάτω τάξιν. Ἐὰν διὰ τῆς καχυποψίας αὐτῆς καὶ μόνης προστατεύεται ἔναντι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ του, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Φανερὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἔνστικτον ἀποτελεῖ μέσον προσανατολισμοῦ καὶ στοιχειώδους ἀμύνης εἰς τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον, ὄχι ὅμως μέσον κατισχύσεως καὶ ὑπεροχῆς ἐν προηγμένῃ κοινωνία μετὰ προηγουμένου κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως τῶν νοητικῶν του ἀνθρώπου μέσων, τῶν ὁποίων ἡ κατ᾿ ἄτομα ἀνισότης εἶναι ἐξ ἴσου φυσικῶς δεδομένη. Ὁ βλὰξ ὁμοιάζει ἐνταύθα τὸ ζῷον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἐνστίκτου γνωρίζει νὰ διαφεύγῃ πάντα κίνδυνον, πλὴν ἀνωτέρας ὠμῆς βίας, εἰς τὴν ζοῦγκλαν, εἰσερχόμενον ὅμως εἰς κεντρικὴν ὁδὸν μεγαλουπόλεως, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ὑπὸ τοὺς τροχοὺς αὐτοκινήτου. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀκατανόητος εἰς αὐτὸ μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατὰ τελευταῖον λόγον εἰς τὸ ἔνστικτόν του ἀνθρώπου, κατασκευασθεῖσα ὅμως διὰ τῆς διανοίας του. Πῶς ἤδη οἱ πνευματικῶς κατώτεροι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ὑπὸ τοὺς τροχοὺς διαφόρων κοινωνικῶν «αὐτοκινήτων», - τοῦτο δεικνύει ἡ θέσις αὐτῶν εἰς τὴν κάτω τάξιν. Τὴν «μηχανήν» αὐτὴν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ διαφύγη καὶ ὁ βλάξ, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἄνοδος εἶναι αὐστηρῶς ἐντὸς ὠρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Ὅτι δὲ τέλος ὁ μεταφυσικὸς οὐδὲ τὸ ζῷον, οὐδὲ τὸν βλᾶκα δύναται νὰ περιπλέξη εἰς τροχούς, τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὗτος φέρεται ἐπὶ τοῦ Πηγάσου...

VI

10. Ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν τῶν βλακῶν διαπιστούται ὅτι ἡ παραγωγὴ βλακῶν δὲν εἶναι ταξική. Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὠρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον. Ἐπεδαψίλευσεν ἴσως ὡς φαίνεται, εἰς τὴν ἑκάστοτε ἄνω τάξιν τοὺς διασκεδαστικωτέρους ἁπλῶς τύπους βλακῶν, ἀλλὰ δὲν ἐστέρησεν οὐδεμίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς των. Ὁ βλὰξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καὶ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τὰ μέλη ἑνὸς ἐργατικοῦ σωματείου, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρὸς ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δυὸ ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ βλακεία δὲν ἔχει ταξικὴν τὴν πατρίδα.

Ψυχολογικὰ δὲ εἶναι κυρίως τὰ περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὰς ποικιλίας καὶ παραλλαγὰς μεταξὺ τῶν βλακῶν. Ὁ fils a papa τῆς ἄνω τάξεως, ὁ ὁποῖος λόγω φυσικῆς ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀτελεύτητον σειρὰν τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς οἰκογενείας του, στερούμενος δὲ καὶ ἰδῖας πνευματικότητος, καταντᾷ εἰς τὸ τέλος τύπος χωρὶς τὴν ἐλαχίστην προσωπικότητα, ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς τάξεώς του ἐπιεικέστατα «καλὸ παιδί», εἰς δὲ τὴν ἀντικειμενικὴν διάλεκτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκληθῆ «εὐπρεπὴς βλάξ», ἐνῷ τὸ «τέκνον τοῦ λαοῦ» εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ εὐφυεστέρου καὶ κυριολεκτοῦντος λαοῦ δραστικώτατα «κόπανος». Σημαντικῶς αὐστηροτέρα εἶναι ἑπομένως ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ ἐντὸς τῆς κάτω τάξεως: ἐνῷ λ.χ. ὁ fils a papa εἰς τὴν μαθητικὴν ἡλικίαν τυγχάνει τῆς ἀγωγῆς, τῶν μορφωτικῶν μέσων καὶ τῶν περιποιήσεων τῆς τάξεώς του καὶ παραμένει ψυχικῶς ἀμείωτος, ὅπερ ἐπαυξάνει τὴν γελοίαν αὐτοπεποίθησίν του εἰς πρεσβυτέραν ἡλικίαν, δυνάμενος νὰ φθάση ἀνενοχλήτως καὶ εἰς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἡ δὲ ἀτομική του ὕπαρξις ὡς μὴ ὤφειλε, εἶναι γνωστὴ ἐν τὴ κοινωvία. Ἀντιθέτως τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ καὶ σκληρώτερον χειραγωγεῖται ὑπὸ τῶν γονέων του καὶ τῶν συμμαθητῶν τοῦ ἐν τῷ σχολείῳ μέχρι πλήρους ψυχικῆς ἐξουθενώσεως διὰ σκληρᾶς ὑποτιμήσεως, προπηλακισμῶν, φαρσῶν, ὕβρεων καὶ βιαιοπραγιῶν καὶ δυσκολώτερον εἶναι κατόπιν τούτων ν᾿ ἀνέλθῃ τὴν κοινωνικὴν κλίμακα, ὁ δὲ βλὰξ τῶν λαϊκῶν τάξεων οὕτως καὶ συμπαθέστερος εἶναι καὶ ἄγνωστος καὶ ἀκινδυνώτερος καὶ ὀλιγώτερον γελοῖος, καθ᾿ ὃ σεμνότερος καὶ ἐστερημένος τῆς αὐτοπεποιθήσεως ἢ ἐπάρσεως τοῦ βλακὸς τῶν ἄνω τάξεων, εἰς τὸν ὁποῖον λόγω ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του καὶ τῆς μαλθακότητος τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος προστίθεται ἔστιν ὅτε καὶ ἀηδὴς γυναικωτὸς χαρακτήρ. Ἑνιαῖον ὅμως εἶναι τὸ πνευματικὸν προλεταριάτον πάσης ταξικῆς καταγωγῆς.

VII

11. Ἡ ἠθικὴ τέλος σχέσις μεταξὺ βλακὸς καὶ ἐπιτηδείου ἢ ἀπατεῶνος εἶναι ἀπροσδοκήτως διάφορός της ἢν ἐκλαμβάνει συνήθως ἡ «κοινὴ γνώμη». Ὁ συνήθης κοινωνικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἐπιτήδειον καὶ τὸν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ᾿ ὡς ὑποδιαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅμως συμβαίνει: ὁ ἐπιτήδειος καὶ ὁ ἀπατεὼν εἶναι ἀκριβῶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ πονηρία, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι μέσον ἀμύνης τῶν εὐφυῶν οὐχὶ κατὰ τῶν βλακῶν ἀλλὰ κατὰ τῆς πονηρίας των, ἀποτελεῖ φυσικὴν ἰδιότητα τῶν βλακῶν καὶ δὴ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ γεγονότος, ὅτι, λόγω ἀτροφίας τοῦ νοητικοῦ τῶν μηχανισμοῦ, ἀποτελεῖ αὕτη τὴν μόνην ἄμυναν αὐτῶν κατὰ πάσης ἔξωθεν ἐπιθέσεως. Ἀπὸ τῆς διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας ταύτης μέχρι τῆς ἀκολούθου ἀληθείας ὑπάρχει ἓv καὶ μόνον βῆμα: ὅτι μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἀπάτης διὰ νὰ προωθηθῆ ἢ νὰ ἐπικρατήση. Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος ἢ ἀπατεών. Ἡ καθημερινὴ κοινωνικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι τὰ ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ «κολλήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες», ὡς «τορπιλληταί» ἢ ὡς «λιβελλογράφοι», οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἢ ἀπατεῶνες, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρξαν συντηρητικοὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ κατώρθωσαν πάντοτε νὰ προωθηθοῦν ἢ νὰ ἐπικρατήσουν. Ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας τοῦ βλακὸς εἶναι ἄλλως τὲ ὄχι μόνον ἡ ἀγελαία του τάσις, ὄχι μόνον ἡ προώθησίς του «πλάτην μὲ πλάτην» μὲ τὴν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ὄχι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ εὐτελέστερα μέσα τῆς ἐπιτηδειότητος, τὴν ἔλλειψιν ἀντιθέτου γνώμης, τὴν προσφορὰν εὐκόλων καὶ ἀνηθίκων ἐκδουλεύσεων καὶ τὴν κολακείαν, ἀλλὰ καὶ ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης συγκρούσεως καὶ πάσης μάχης. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ βλάξ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐπιτηδείου ἢ τοῦ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθῇ νὰ δώση μάχην, θὰ δώση αὐτὴν διὰ τῶν πνευματικῶς εὐκολοτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀνηθικωτέρων «ὅπλων»: τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ρᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας.

Ἐξ οὗ ἕπεται τὸ ἀκλόνητον δόγμα: καὶ ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν βλακῶν!

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Μια μεταδοτική ανυπακοή

Αναδημοσίευση από την Le Monde Diplomatique, lundi 18 mai 2009, par Claire Auzias

Είναι σπάνιο οι αναρχικοί να μη συμμετέχουν, μαζί με άλλους, στους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά, από τα πρώτα εργατικά σωματεία και τον επαναστατικό συνδικαλισμό μέχρι την ανυποταξία και τον ελεύθερο έρωτα, οι αναρχικοί πρωτοστατούν και σε νέες μορφές ανατροπής της κατεστημένης τάξης.

Δεν πρόκειται για το μικρότερο παράδοξο του αναρχισμού ότι αποτελεί ένα μικρό κοινωνικό ρεύμα και, ταυτόχρονα, μια σπάνια δεξαμενή του φαντασιακού. Όλοι, στη Γαλλία τουλάχιστον, γνωρίζουν το τραγούδι του Λεό Φερέ που λέει για τους αναρχικούς : « Δεν είναι ούτε ένας στους εκατό και, όμως, υπάρχουν ».

Υπάρχουν, πρώτα απ’ όλα στους δρόμους, καθώς δεν αφήνουν συχνά να τους ξεφύγει ευκαιρία για κοινωνικούς αγώνες. Και ακόμη, πιο έμμεσα, μέσω αυτού που ο κοινωνιολόγος Αλέν Πεσέν χαρακτηρίζει « φαντασιακή δύναμη του αναρχισμού » [1], η οποία ενισχύει την κοινωνική επιρροή του.

Ο αναρχισμός είναι μια κριτική ανάλυση, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Βρετανό στοχαστή Ουίλιαμ Γκόντουϊν, στη μελέτη του για την πολιτική δικαιοσύνη, [2] θεωρία που εμπλουτίστηκε αδιάλειπτα σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα από διάφορους στοχαστές, όπως ο Σαρλ Φουριέ, ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν ή ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν.

Το παράδειγμα του Γκόντουϊν αποκαλύπτει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο η ελευθεριακή σκέψη εξαπλώνεται στην κοινωνία της τότε εποχής. Ο Γκόντουϊν, παντρεμένος με τη Μέρι Ουόλστονκραφτ –με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Μέρι Ουόλστονκραφτ Γκόντουϊν, πιο γνωστή με το όνομα Μέρι Σέλεϊ (συγγραφέας του Φρανκενστάιν)-, έχοντας στενές σχέσεις με τον λόρδο Μπάιρον και τους φίλους του, όπως τον ρομαντικό ποιητή Πέρσι Μπάις Σέλεϊ, επινόησε και μοιράστηκε μαζί τους μια ανατρεπτική πολιτική, κοινωνική και προσωπική περιπέτεια. [3] Αυτή η συλλογική εμπειρία σημάδεψε την αγγλική κοινωνική σκέψη της εποχής και προσέδωσε στον αναρχικό στοχασμό αξιοσημείωτη ακτινοβολία.

Γενικά, όμως, η εμφάνιση του αναρχισμού ως οργανωμένου πολιτικού κινήματος χρονολογείται από τις 15 και 16 Σεπτεμβρίου 1872, όταν πραγματοποιήθηκε στο Σεντ-Ιμιέ της Ελβετίας το Διεθνές Αντιαυταρχικό Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν ιταλικές, γαλλικές, ισπανικές, αμερικανικές, ελβετικές ενώσεις και ομοσπονδίες που διαφωνούσαν με τους προσανατολισμούς του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, στο Λονδίνο. Το συνέδριο του Σεντ-Ιμιέ διακηρύσσει, μεταξύ άλλων : « Η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας αποτελεί το πρώτο καθήκον του προλεταριάτου ».

Στη Γαλλία, πάνω στο έδαφος αυτό ξεδιπλώθηκε η επιρροή του Προυντόν, ο οποίος εμφανίζεται ως ένας από τους εμπνευστές της αλληλοβοήθειας, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Το 1848, το συγκεκριμένο κίνημα αριθμούσε μέχρι και δύο χιλιάδες ταμεία αλληλοβοήθειας και γνώρισε συνεχή άνθηση μέχρι τη θεσμική ενσωμάτωσή του με τη δημιουργία της κοινωνικής ασφάλισης. [4]

Οι αναρχικοί κατέχουν εξίσου σημαντική θέση στο πεδίο του συνδικαλισμού, με τη δημιουργία των εργατικών ομοσπονδιών (Bourses du Travail) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CGT), το 1895. Τα Bourses du Travail, με εμπνευστή τον Φερνάν Πελουτιέ (1867-1901), παρέχουν υποστήριξη στους άρρωστους ή άνεργους εργάτες, σε όσους αγωνίζονται (κυρίως μέσω της οργάνωσης απεργιακών ταμείων), ενώ συμμετέχουν στην εκπαίδευση των εργατών, με μαθήματα γενικής μόρφωσης ή επαγγελματικής κατάρτισης και τη δημιουργία βιβλιοθηκών. [5] Όσο για το ρόλο των αναρχικών στη CGT, αποτυπώνεται κυρίως στην υιοθέτηση, το 1906, της Χάρτας της Αμιένης, με την οποία διακηρύσσεται ότι « ο συνδικαλισμός είναι αυτάρκης » και καθορίζονται αρχές λειτουργίας, όπως η εναλλαγή καθηκόντων και η απόρριψη των μόνιμων συνδικαλιστικών εκπροσώπων. Το ζήτημα της ανεξαρτησίας απέναντι στους πολιτικούς σχηματισμούς αποτέλεσε μία από τις κύριες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ο αναρχισμός, όμως, διαπερνά και κοινωνικές κινητοποιήσεις, όπως η εξέγερση των εργατών μεταξιού στη Λιόν, το 1831. Για πολύ καιρό, αναζητείτο ο εμπνευστής της εξέγερσης, ο χαρισματικός ηγέτης, πριν γίνει αντιληπτό ότι η εξέγερση στηριζόταν στην πράξη στις δομές αμοιβαιότητας που είχαν δημιουργήσει οι πρωτομάστορες των εργαστηρίων και οι εργάτες ύφανσης. [6] Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την Παρισινή Κομμούνα, το 1871, στην οποία συμμετείχαν και αρκετοί επίγονοι του Προυντόν, μεταξύ των οποίων ο Εουζέν Βαρλέν και η Ελιζέ Ρεκλί.

Στο πεδίο αυτό, τα παραδείγματα είναι άφθονα : οι αναρχικοί σπάνια αποτελούν τους μόνους πρωτεργάτες ενός κοινωνικού κινήματος, συμβάλλουν, όμως στη ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων και των συνθημάτων. Έτσι, στις διάφορες μορφές άγριων απεργιών, ανεξέλεγκτων ανατροπών σε πολλούς εργατικούς κλάδους, βλέπει κανείς τη σκιά ενός αναρχισμού που δίνει την πρωτοκαθεδρία στον παραγωγό, χωρίς διαμεσολαβήσεις, ακόμη και στο πεδίο του αγώνα του και των κατευθύνσεών του. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, και ειδικά κατά τη δεκαετία του 1970, είναι πλέον αμέτρητες οι κινητοποιήσεις που δεν ελέγχονται από τα επίσημα συνδικάτα, όπως η απεργία των λιμενεργατών του Λίβερπουλ, την οποία μετέφερε στον κινηματογράφο ο Κεν Λόουτς. [7] Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι πολλοί διαδηλωτές δεν θέλουν να ακούν καθόλου για αναρχισμό, όπως και για κανένα άλλο συγκροτημένο ιδεολογικό ρεύμα, καθώς τους θυμίζει, λιγότερο ή περισσότερο, κάποιον ακατανόητο καταναγκασμό.

« Διοικούμε υπακούοντας ! ». Το σύνθημα αυτό του υποδιοικητή Μάρκος, ηγέτη των εξεγερμένων από το 1994 Ινδιάνων Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας του Μεξικού, αντηχεί στην καρδιά των κινημάτων αλληλεγγύης, στα οποία οι ελευθεριακοί συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό. Ακόμη και στο Μεξικό, οι αναρχικοί, κρατώντας ορισμένες αποστάσεις από τον Μάρκος, τον οποίο οι ίδιοι θεωρούν υπερβολικά προσηλωμένο σε μια γκεβαρική και λενινιστική προοπτική, συνέβαλαν αθόρυβα εδώ και δεκαετίες στις εξεγέρσεις του Γκερέρο και της Οαχάκα. Μέχρι την ημέρα που υψώθηκαν τα οδοφράγματα σε μια πόλη σε κατάσταση ευφορίας, κατά τη διάρκεια της « Κομμούνας » της Οαχάκα, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2006 ! Η Λαϊκή Συνέλευση των Λαών της Οαχάκα, στην οποία συμμετείχαν τριακόσιες με τετρακόσιες οργανώσεις και η οποία κατακτά καθημερινά τη ριζοσπαστική δημοκρατία, ξεσηκώθηκε εναντίον του κυβερνήτη Ουλίσες Ρουίς, έφτιαξε οδοφράγματα, διακηρύσσοντας ότι αποτελεί τη μόνη νόμιμη εξουσία, καλύπτοντας, όμως, και τους τοίχους με το φοβερό σύνθημα : « Θέλουν να μας υποχρεώσουν να κυβερνήσουμε, δεν θα παρασυρθούμε από την προβοκάτσια »…

Ωστόσο, η επιρροή των αναρχικών είναι εμφανέστερη στο πεδίο των ηθών, όπου υπήρξαν πρωτοπόροι. Ο αναρχικός ατομισμός, [8] περισσότερο και από τον ελευθεριακό κομμουνισμό, προτάσσει την ακεραιότητα του ατόμου στις κοινωνικές σχέσεις, τις προσωπικές επιλογές και τις πολιτικές αποφάσεις του. Το άτομο είναι ακατάλυτη μονάδα.

Με αφετηρία αυτές τις αντιλήψεις θα αναδυθούν οι κυριότερες μάχες για την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων : η εκπαίδευση σε ελευθεριακά σχολεία, η αντρική και γυναικεία αντισύλληψη, οι αμβλώσεις, ο ελεύθερος έρωτας και η ερωτική συντροφικότητα, η κριτική του γάμου, της οικογένειας, η φυτοφαγία, η φυσική ζωή, οι κοινότητες, η μη βία, η οικολογία με τον Χένρι Ντέιβιντ Θόροου και το κλασικό έργο του « Walden » : πρόκειται για κινήσεις με σκοπό την άμεση αλλαγή του τρόπου ζωής, που δεν περιμένουν τη « μεγάλη νύχτα της επανάστασης », και οι οποίες γνώρισαν σημαντική απήχηση στις δυτικές κοινωνίες του 20ου αιώνα.

Έτσι, ο αναρχικός ατομισμός αντιστάθηκε καλύτερα από άλλα ιδεολογικά ρεύματα στη φθορά του χρόνου και στις αποτυχίες της Ιστορίας. Καθώς δεν τοποθέτησε τον οικονομισμό στο επίκεντρο κάθε ανάλυσης, δεν γνώρισε την ίδια αμφισβήτηση των αρχών του όπως τα κομμουνιστικά ρεύματα.

Ο αναρχικός δηλώνει ότι δεν είναι πνευματικά στρατευμένος και ο Αλμπέρ Καμί, προσπερνώντας με σαρκασμό τους « συνοδοιπόρους » του στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που « είχε πάντα δίκιο », θεωρούσε τον εαυτό του « κριτικό συνοδοιπόρο » [9] των αναρχικών. Ο σεβασμός τους για το άτομο και την ελευθερία μοιάζει να συμβαδίζει δύσκολα με την υποταγή, ιδιαίτερα όταν η τάξη που επιβάλλεται είναι απαράδεκτη. Στο πεδίο αυτό, πρέπει να αναφερθεί το καθεστώς του αντιρρησία συνείδησης. Το δικαίωμα στην άρνηση στράτευσης (υποχρεωτική μέχρι το 2001) κατακτήθηκε το Δεκέμβριο του 1963 από τον Λουί Λεκουέν, όταν ο τότε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Σαρλ ντε Γκολ αναγκάστηκε να υποχωρήσει, μετά από αγώνα που ο Λεκουέν είχε ξεκινήσει το 1958 και απεργία πείνας που πραγματοποίησε σε ηλικία 74 ετών. Με την ευκαιρία, ο Λεκουέν υπογράμμισε ότι οι περισσότεροι αντιρρησίες συνείδησης που υπερασπιζόταν τότε δεν ήταν ελευθεριακοί, αλλά μάρτυρες του Ιεχωβά.

Ο αναρχισμός, ένα αγωνιστικό κίνημα, είναι σήμερα, όπως πάντα, άλλωστε, παρών σε διάφορα μέτωπα, από την αντιπαγκοσμιοποίηση και τις αντι-συνόδους κορυφής μέχρι τους αγώνες για τα δικαιώματα των μεταναστών, τα οικολογικά και τα αντιπυρηνικά κινήματα, χωρίς, φυσικά, να ξεχνά κανείς και τους συνδικαλιστικούς αγώνες.

Notes

[1] Alain Pessin, « L’Imaginaire utopique aujourd’hui », Presses universitaires de France, Παρίσι, 2001.

[2] William Godwin, « Enquête sur la justice politique. Et son influence sur la morale et le bonheur d’aujourd’hui », μεταφρ. Denise Berthaud και Alain Thévenet, Atelier de création libertaire, Λιόν, 2005.

[3] Percy Bysshe Shelley, « Lyrics and Shorter Poems », J.M. Dent- E.P. Dutton, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, 1935.

[4] Οι αναρχικές καταβολές των θεσμών αυτών δεν είναι ευρύτερα γνωστές. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο μαρξισμός επισκίασε το σύστημα οικονομικής ανάλυσης του Προυντόν.

[5] Fernand Pelloutier, « Histoire des Bourses du travai »l, Phénix, Villiers-sur-Marne, 2001.

[6] Fernand Rude, « Les Révoltes des canuts (1831-1834 »), La Découverte, Παρίσι, 2007.

[7] Ken Loach, « Les Dockers de Liverpool », AMIP, Parallax Pictures, BBC, La Sept-Arte, 1996.

[8] Ο αναρχικός ατομισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τον αριστερό ή δεξιό αντικομφορμισμό ή με το κίνημα του ακραίου φιλελευθερισμού (“libertarianism”), που πρόσκειται στην άκρα δεξιά και κηρύσσει, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την κατάργηση του κράτους. Όπως επισήμαινε ο Ερίκο Μαλατέστα : « Όλοι οι αναρχικοί, σε όποια τάση κι αν ανήκουν, είναι, κατά κάποιον τρόπο, ατομιστές. Το αντίστροφο, όμως, απέχει πολύ από την πραγματικότητα : όλοι οι ατομιστές δεν είναι, όπως θα ταίριαζε, αναρχικοί » (δήλωση στο αναρχικό συνέδριο του Άμστερνταμ, Αύγουστος 1907).

[9] « Albert Camus et les libertaires (1948-1960) », γραπτά που συγκέντρωσε και παρουσίασε ο Lou Marin, Egrégores, Μασσαλία, 2008.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Ο Δρόμος του Βουβαλιού

Η σοφία του Ζεν μέσα από 10 εικόνες


Ο Δρόμος του βουβαλιού ή του βοδιού, είναι μια αναπαράσταση του δρόμου του Ζεν. Αποτελεί ίσως την κυριότερη διδαχή του Βουδισμού η οποία αν μπορεί να συνοψιστεί τότε θα ήταν "mindfullness" (σε ελεύθερη μετάφραση: το να έχεις συνείδηση του τι σκέφτεσαι) η οποία οδηγεί στην αποφυγή της προσκόλλησης σε οτιδήποτε έμψυχο ή άψυχο. Η ιστορία μας δείχνει το δρόμο προς αυτήν αλλά και το τι επακολουθεί μετά.
Η ιστορία (1126-1279 μ.Χ.)
μας δίδεται με 10 εικόνες και ένα μικρό σχολιασμό στην κάθε εικόνα. Σ'αυτήν την ανάρτηση θα δωθούν και κάποια επιπλέον σχόλια σε μορφές ιστοριών-παραβολών τα οποία είναι επιλογές κειμένων και σχόλια του Γιώργου Ιωαννίδη. Συστήνω ανεπιφύλακτα, σε όποιον θέλει να εμβαθύνει περισσότερο, το βιβλιαράκι του από τις Εκδόσεις Αρχέτυπο - Βιβλιοθήκη των Χρωμάτων.

Δύο λόγια για να μπούμε στο νόημα της ιστορίας. Η ιστορία όπως και η ζωή ζητά για την κατανόηση της αλήθειας την συμμετοχή όλων των αισθήσεων και της σκέψης. Αυτές οι 6 αισθήσεις είναι οι πύλες για την αντίληψη και κατανόηση του κόσμου. Γιαυτό επειδή η ιστορία που ακολουθεί είναι έτσι φτιαγμένη ώστε παρατηρώντας την εικόνα και διαβάζοντας το κειμενάκι που την συνοδεύει, και συν-αισθανόμενος και συλογιζόμενος πάνω σ'αυτά, να μπορείς να κατανοήσεις το περιεχόμενο. Απαιτεί συγκέντρωση και συμετοχή και των 6 αισθήσεων. Κύριοι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι το αγόρι (ανθρώπινη μορφή του εαυτού μας) και το βουβάλι (νου). Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται την σιωπή και τρέχουν με τον νου τους να την καλύψουν. Πήγε ο μαθητής Τζι Γκουάνγκ στον Δάσκαλο Μποντιντάρμα και του είπε ότι δεν έχει ειρήνη στο νου του. Τον παρακάλεσε να του τον ειρηνεύσει. "Φέρε μου το νου σου εδώ και θα σου τον ειρηνεύσω" απάντησε ο δάσκαλος. "Μα όταν αναζητώ τον νου μου δεν μπορώ να τον βρω!" απάντησε ο μαθητής. "Βλέπεις λοιπόν που τον ειρήνευσα κιόλας;" απάντησε αφοπλιστικά ο δάσκαλος. Η παραπάνω ιστορία μας δείχνει ότι δεν υπάρχει κάτι σταθερό και αυτόνομο ώστε να μπορεί κανείς να το απομονώσει και να το κατευθύνει προς την ειρήνη και την εσωτερική γαλήνη. Η φιλοσοφία του Ζεν επιδιώκει ένα ξύπνημα από το λήθαργο που έχει πέσει μια ύπαρξη στην οποία κυριαρχούν οι δυαδικές αντιθέσεις. (καλό-κακό, πάνω-κάτω κτλ.) Στην αναγνώριση και βίωση αυτής της πραγματικότητας υπάρχει μια μεταμόρφωση, μία επιστροφή στην απλή φυσική συμπεριφορά. Το σύμπαν για τον Ταοϊστή είναι μια ζωντανή μορφή όπου όλα μεταβάλλονται σταθερά διαρκώς, με τρόπο τέτοιον, ώστε το κάθετι να βρίσκει την θέση του μέσα στο Όλον. Το έργο λοιπόν του κάθε αναζητητή του Τάο (Θεός για εμάς τους δυτικούς) επικεντρώνεται στην καλλιέργεια ενός αυθεντικού αυθορμητισμού που μπορεί να ονομαστεί
εαυτότητα. Αυτή αφορά το γνήσιο, φυσικό και αυθόρμητο άνθρωπο που ακολουθεί μέσα από τις πράξεις του την συλλογική αρμονική ροή του κόσμου. Ο σοφός άνθρωπος του Τάο μπορεί να κάνει πράξη αυτή την εναρμόνιση μέσα από την μη-πράξη, την μη βεβιασμένη και εσκεμμένη δηλαδή κίνηση. Έτσι μπορεί να οδηγηθεί στην επίτευξη ενός μη νου μια "κατάσταση πληρότητας κάτα την οποία ο νους λειτουργεί ελεύθερα και εύκολα, χωρίς το αίσθημα της ύπαρξης ένος δεύτερου νου, του εγώ που τον επιβλέπει απειλητικά μ'ένα ραβδί στο χέρι. Αν ο συνηθισμένος άνθρωπος είναι αυτός που για να περπατήσει πρέπει να ανασηκώσει τα πόδια του με τα χέρια του, ο Ταοϊστής είναι αυτός που έχει μάθει να αφήνει τα πόδια του να περπατούν από μόνα τους" αναφέρει ο Allan Watts.

Τελειώνοντας, άλλη μια ιδέα που αποτελεί επιρροή του Ταοϊσμού στο Ζεν και αφορά αυτό το ξύπνημα, είναι ότι αυτό είναι αιφνίδιο (σατόρι στα Ιαπωνικά, τουν-βου στα Κινέζικα). Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί σταδιακά μόνο με τον διαλογισμό ή σταδιακά μόνο με την συσσώρευση γνώσεων. Αυτή η κινέζικη επιρροή φαίνεται στο ποίημα του Σενγκ-τσαν (3ου Πατριάρχη) "
Ακολούθησε την φύση σου σύμφωνα με το Τάο, περπάτα ήρεμα και σταμάτα να ανησυχείς. Αν οι σκέψεις σου σε δεσμεύουν, εγκατάλειψέ τες... Μην ανταγωνίζεσαι τον κόσμο των αισθήσεων, γι'αυτό όταν σταματήσει ο ανταγωνισμός, είναι το ίδιο το πλήρες Ξύπνημα. Ο σοφός δεν αγωνίζεται, μόνον ο βυθισμένος στην άγνοια αυτοδεσμεύεται... Όταν δουλεύεις το νου σου με το νου σου, πως θα αποφύγεις το βύθισμα στη σύγχιση;"
Η φιλοσοφία του Ζεν μπορεί να συνοψιστεί ως μια προσέγγιση που στοχεύει στην καλλιέργεια της συνείδησης ώστε να βιώσει ο ασκούμενος την έσχατη πραγματικότητα μακρυά από κάθε ψευδαίσθηση αντιθέσεων.

(οι εικόνες (που υπάρχουν και σ'άλλες παραλλαγές) είναι οι ίδιες με αυτές του βιβλίου και είναι από τον ιστότοπο http://www.shambhala.org/dharma/ctr/oxherding/. Άλλες πληροφορίες εκτός του βιβλίου μπορείτε να δείτε στην wikipedia και μια παραλλαγή του 15ου αιώνα εδώ.)

Και μια παράκληση: Η ιστορία απαιτεί μια ορισμένη συγκέντρωση. Προσπαθήστε να βρείτε το χρόνο για να την διαβάσετε με ηρεμία, ησυχία, συμμετοχή όλων των αισθήσεων και φυσικά με ανοιχτό μυαλό.




1. Αναζητώντας το Βουβάλι

Στα βοσκοτόπια αυτού του κόσμου, ασταμάτητα παραμερίζω το ψηλό γρασίδι αναζητώντας το βουβάλι. Ακολουθώντας ποτάμια δίχως όνομα, χαμένος ανάμεσα στα σταυροδρόμια μακρινών βουνών. Η δύναμη μου χάνεται και η ζωτικότητα μου εξασθενεί. Δεν μπορώ να βρω το βουβάλι. Το μόνο που ακούω είναι οι ακρίδες που φωνάζουν μέσα στο δάσος τη νύχτα.


Σχόλιο:
Η ανθρώπινη μορφή του εαυτού μας προσωποποιείται από το αγόρι. Η συνείδηση δηλαδή, η οποία ταξιδεύει αδιάκοπα στο μονοπάτι της ενηλικίωσης και της ολοκλήρωσης/εξέλιξης. Η μορφή του ζώου συμβολίζει το νου, αλλά όχι μόνο τη λειτουργία της σκέψης αλλά και κάθε άλλη αίσθηση. Το αγόρι ψάχνει με την συνειδητή του θέληση και άσκηση (συμβολίζεται με το μαστίγιο και το σκοινί που κρατά όπως θα δούμε και παρακάτω) να βρει το υπόλοιπο κομμάτι του εαυτού του, έτσι ώστε να λειτουργεί ολοκληρωμένα. Αυτό που δεν γνωρίζει ακόμα είναι ότι ουδέποτε υπήρξε αυτή η εσωτερική διάσπαση. Την αιτία αυτής της πεποίθησης θα πρέπει να την αναζητήσουμε στην άγνοια και την αδιαφορία την οποία δείχνουν οι άνθρωποι σε βασικές αλήθειες. Έτσι επιδιώκει μόνο ιδέες (που ασκούνται μέσω της πίεσης και της ανθυποβολής) και υλικές μορφές (που απλώς ερεθίζουν τις αισθήσεις τεμαχίζοντας τελικά το Είναι). Στο δρόμο λοιπόν της αναζήτησης για την ενότητα, συναντά μόνον τους φυσικούς ήχους του δάσους που μαρτυρούν την αυθόρμητη φυσική λειτουργία. Είναι αυτή η πλανεμένη του προσήλωση δηλ. η προσοχή του είναι στραμμένη στην ιδέα του στόχου της επιθυμίας του (να βρει και να κυριαρχήσει στο χαμένο ζώο) που του στερεί την φυσική αλήθεια που υπάρχει ολόγυρα του.


2. Ανακαλύπτοντας τις Πατημασιές

Παράπλευρα στην άκρη του ποταμού, κάτω από τα δέντρα, ανακαλύπτω πατημασιές! Ακόμα και κάτω από το ευώδες γρασίδι μπορώ να δω τα αποτυπώματα. Βαθιά μέσα σε απομακρυσμένα βουνά τα συναντώ. Αυτά τα ίχνη δεν μπορούν άλλο να είναι κρυμμένα από κάποιον που το βλέμμα του κοιτάζει στα ουράνια.


Σχόλιο:
Σ'ένα ποίημα χαικού διαβάζουμε: "Πάνω στην αμμουδιά, χνάρια βημάτων. Μακραίνει η ανοιξιάτικη μέρα" Το αγόρι έχοντας ηρεμήσει τον πνευματικό του κόσμο μπορεί να βλέπει πιο καθαρά και αναγνωρίζει την παρουσία (ίχνη) του σώματος και της λειτουργίας του.
Μια ακόμα διάσταση της ιστορίας είναι ότι αυτή περιγράφει τα στάδια του διαλογισμού. Ας μην την εξετάσουμε όμως τόσο μονοπλευρα αφού ο διαλογισμός δεν είναι παρά ένα μέσο και όχι ο σκοπός όπως μαρτυρεί η παρακάτω ιστορία από το βιβλίο το Μυστικό του Χρυσού Λουλουδιού: "Αξιότιμε" ρωτά ο Χουάι-ρανγκ, "ποιός είναι ο σκοπός το διαλογισμού;" "Ο σκοπός" απαντά ο μοναχός (Μα-τσου) "είναι να γίνει κανείς Βούδας". Εκείνη τη στιγμή, ο Χουάι-ρανγκ παίρνοντας ένα μικρό πλακάκι άρχισε να το τρίβει πάνω σε μία πέτρα. "Τι κάνεις εκεί δάσκαλε;" ρωτά απορημένος ο Μα-τσου. "Γυαλίζω το πλακάκι για να το κάνω καθρέφτη!" "Μα πως θα μπορούσε να γίνει ένα πλακάκι καθρέφτης;" ρωτά ξανά ο Μα-τσου "Και πως θα μπορούσε κάποιος να γίνει από τον καθιστό διαλογισμό Βούδας;" του ανταπαντά ο Χουάι-ρανγκ.
Σημαντικό στοιχείο στην ιστορία το σύννεφο της εικόνας. Συμβολίζει ότι το αγόρι της ιστορίας αρχίζει να αντιλαμβάνεται το νόημα της παροδικότητας όλων των πραγμάτων που, σαν την φύση ενός σύννεφου μεταβάλλονται διαρκώς. Έτσι ίσως μπορεί και και βρίσκεται πιο κοντά στην εύρεση του πολύτιμου ζώου. Κάθε αναζητητής- μελετώντας την φύση των πραγμάτων, έρχεται σε κατανόηση των πρωταρχικών τύπων, της φυσικής τάξης (ουρανός), πίσω από την οποία, και στο σύνολο της βρίσκεται η μεγάλη άβατη εκείνη έννοια που μπορούμε απλά να την αποκαλούμε Τάο.
Το μαστίγιο και το σχοινί συμβολίζει εκτός από την θέληση, και την σκληρή άσκηση την οποία πρέπει να υποβάλει το ζώο-εαυτό του, ώστε να το οδηγήσει στην ισορροπημένη-κατευθυνόμενη πορεία του Τάο. Αργότερα (εικ.9) θα καταλάβει την ματαιότητα αυτής του της ανησυχίας.


3. Όταν το Βουβάλι Γίνεται Αντιληπτό

Ακούω το τραγούδι του αηδονιού. Ο ήλιος είναι ζεστός, ο άνεμος είναι ήπιος, οι ιτιές είναι πράσινες κατά μήκος της ακτής. Εδώ κανένα βουβάλι δεν μπορεί να κρυφτεί! Ποιός καλλιτέχνης μπορεί να σχεδιάσει αυτό το τεράστιο κεφάλι, αυτά τα μαγευτικά κέρατα;


Σχόλιο:
Το αγόρι βρίσκεται μπροστά στη μορφοποίηση του νου του ο ποιός όμως δεν έχει ακόμα κατανοήσει ορθά την συνέχεια μεταξύ νου και φαινομενικού κόσμου.
Έχοντας λοιπόν ακόμη την πίστη ενός διαχωρισμού, ετοιμάζει το σχοινί κια το μαστίγιο για να συλλάβει το ζώο, επιβάλλοντας δηλαδή τη θέληση του σ'αυτό. Ο ποιητικός θαυμασμός που εκφράζεται στο τέλος του 3ου στοίχου μπορεί να εξηγηθεί σαν θαυμασμός απένατι στις έννοιες της δύναμης (κέρατα) και του κάλλους (κεφάλι) του Είναι.
Εδώ βρίσκεται και μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην δυτική και ανατολική θεολογία. Στη πρώτη κυριαρχεί μια καθαρά διαχωρισμένη σχέση Πλάστη και Πλάσης η οποία στην δεύτερη δεν υφίσταται. Γιαυτό το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι θεός για έναν Ταοιστή θα ισοδυναμούσε με το αν υπάρχει Φύση ή όχι. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του αγοριού που προσπαθεί να κυριαρχήσει στο ζώο αφού δεν είναι αυτός ο τρόπος του Τάο. Γράφει το Τσουάνγκ Τσου:"Οι άνθρωποι αξιολογούν μόνον αυτό το κομμάτι της γνώσης που είναι γνωστό. Δεν ξέρουν πως να ωφεληθούν από το Άγνωστο, ώστε να προσεγγίσουν τη Γνώση." Αυτό το άγνωστο είναι το Τάο το οποίο όπως αναφέρεται στο Τάο τε Τσινγκ, "ρέει παντού, στα αριστερά και στα δεξιά". "Όλα τα πράγματα εξαρτώνται από αυτό για να υπάρχουν και αυτό δεν τα εγκαταλείπει. Δεν επικαλείται δικαιώματα πάνω στα επιτεύγματά του. Αγαπάει και τρέφει όλα τα πράγματα, αλλά δεν κυριαρχεί πάνω τους"


4. Πιάνοντας το Βουβάλι

Πιάνω το βουβάλι με κόπο πολύ. Η μεγάλη του θέληση και η δύναμη του είναι ανεξάντλητη. Ορμάει στα ψηλά οροπέδια πιό πάνω και από την ομίχλη ή σε αδιαπέραστο φαράγγι στέκεται εκεί.


Σχόλιο:
Η πάλη του Εγώ και του σώματος, της ψυχής με το νου. Το άτομο βρίσκεται σε πάλη με τον εαυτό του καθώς προσπαθεί να συλλάβει το νου που τόσο καιρό αδέσμευτος "έτρεχε" σε ψηλά οροπέδια ή σε μακρινά φαράγγια όπως κάνει και τώρα πάλι παρασέρνοντας το αγόρι.
"Δεν μπορείς να το πιάσεις με την σκέψη" λέει στο Ζενρίν. "Δεν μπορείς να το ζητήσεις χωρίς τη σκέψη". Το αγόρι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά από το να αγωνιστεί για να συλλάβει το νου του και να υπερβεί σε θέληση τη θέληση του ζώου.
Το ότι η εσωτερική ενότητα δεν μπορεί να αναζητηθεί με την σκέψη και τη βούληση φαίνεται στο παρακάτω χαρακτηριστικό χωρίο του Μπανκέι: "Το να διώξεις όλες τις σκέψεις με τις σκέψεις σου είναι σαν να καθαρίσεις όλο σου το αίμα με το αίμα σου, ο κόπος είναι μάταιος και η ακαθαρσία παραμένει. Και όλα αυτά γίνονται εξαιτίας της αγένητης φύσης του νου που δεν επιδέχεται ούτε αφανισμό ούτε σύγχυση. Αν υιοθετήσουμε μια δεύτερη σκέψη σαν μια αποτελεσματική πραγματικότητα, τότε καταδικάζουμε τον εαυτό μας να περιστρέφεται αδιάκοπα στο κύκλο της γέννησης και του θανάτου (σαμσάρα). Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μια τέτοια σκέψη δεν είναι άλλο από ένα πρόσκαιρο διανοητικό οικοδόμημα και δεν θα πρέπει να δοκιμάσουμε ούτε να την συγκρατήσουμε, ούτε να την απορρίψουμε. Θα πρέπει απλώς να την αφήσουμε να εκδηλωθεί και να εξαφανιστεί. Είναι σαν μια εικόνα που αντανακλά ένας καθρέφτης. Ο καθρέφτης είναι καθαρός και αντανακλά οτιδήποτε σταθεί μπροστά του. Αλλά καμιά εικόνα δεν κολλά στην επιφάνεια του".


5. Δαμάζοντας το Βουβάλι

Το μαστίγιο και το σκοινί είναι απαραίτητα, διαφορετικά το βουβάλι μπορεί να εκτραπεί χαμηλά σε δρόμους σκονισμένους. Έχοντας εκπαιδευτεί σωστά, γίνεται φυσικά ευγενικό. Τότε, αδέσμευτο, υπακούει στον κύριο του.


Σχόλιο:
Τώρα πλέον ο νους έχει εκπαιδευτεί ορθά με αποτέλεσμα να είναι ευγενικός στις προσταγές του κυρίου του. Εδώ τίθεται μια βαθειά φιλοσοφική διάσταση της ηθικής, όπου μας οδηγεί στην ερώτηση αν η ηθική βρίσκεται στην πρωταρχική φύση του ανθρώπου. Η Ταοϊστική άποψη δεν το δέχεται (όπως για παράδειγμα ο Κουμφικιανισμός, για να μην αναφερθούμε και στα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα που ασχολήθηκαν με την ηθική) αλλά αντίθετα υποστηρίζει ότι μόνο όταν ο άνθρωπος λειτουργεί φυσικά-αυθόρμητα (Τε) μπορεί να εναρμονίζεται με το Τάο. Έτσι το αγόρι επιδιώκοντας την αυτοπειθαρχία, συνεχίζει να βαδίζει ενάντια στην φυσική ροή των πραγμάτων. Είναι όμως ο αγώνας του αγοριού μάταιος;


6. Καβαλώντας το Βουβάλι Σπίτι

Ανεβασμένος στο βουβάλι, σιγά-σιγά επιστρέφω στο σπίτι. Η φωνή από τον αυλό μου τονίζεται μέσα στο απόγευμα. Μετρώντας με παλαμάκια την παλλόμενη αρμονία, κατευθύνω τον ατέλειωτο ρυθμό. Όποιος ακούσει τη μελωδία αυτή θα με συντροφέψει.


Σχόλιο:
Κάποτε σε μία συγκέντρωση που έκανε ο δάσκαλος Ουέι Σαν με τους μαθητές του είπε πως "σε εκατό χρόνια ο πρεσβύτερος δάσκαλος σας θα κατέβει στον κόσμο για να γίνει ταύρος, στο αριστερό πλευρό του οποίου θα υπάρχει η φράση "Το όνομα μου είναι Ουέι Σαν". Ας υποθέσουμε ότι κάποιος με φωνάζει Ουέι Σαν. Στην περίπτωση αυτή θα είμαι ο ταύρος. Αν κάποιος με φωνάζει ταύρο, θα είμαι ο Ουέι Σαν. Τώρα πείτε μου πως θα πρέπει να ονομάζομαι;" Μ'αυτή την ιστορία θέλει να δείξει ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ ταύρου και εαυτού. Κάθε πλάσμα έχει την βουδική φύση από την αρχή της ύπαρξης του, μόνον που αυτή λησμονείται ή απλά αγνοείται. Το αγόρι της ιστορίας κατέκτησε πάλι αυτή την αρμονία η οποία συμβολίζεται με το παίξιμο του αυλού που απαιτεί την ρύθμιση της αναπνοής (ψυχή) με τις κινήσεις των δακτύλων (νους). Ο αυλός (σώμα) γίνεται το όργανο μέσα στο οποίο κυλά η πνοή, η οποία είναι ικανή να εκφράσει τη ζωντανή κατάσταση του Τάο, τόσο μέσα στον οργανοπαίχτη που έχει μάθει την τέχνη, όσο και στο γύρω περιβάλλον που δονείται από τους ήχους του οργάνου.
Ο Τσάο-τσου ρώτησε κάποτε "τι είναι το Ταό;" και ο δάσκαλος αποκρίθηκε λέγοντας πως "ο φυσικός νους είναι το Τάο". "Πώς όμως μπορεί κανείς να ξαναβρεί την αρμονία μαζί του;" ρώτησε ξανά ο Τσάο-τσου. "Αν έχεις την πρόθεση να εναρμονιστείς μαζί του θα ξεστρατίσεις" απάντησε ο δάσκαλος. "Αλλά χωρίς πρόθεση, πως θα γνωρίσει κανείς το Τάο;", συνέχισε ο Τσάο-τσου. "Το Τάο" είπε τότε ο δάσκαλος "δεν ανήκει ούτε στη γνώση, ούτε στην έλλειψη γνώσης. Η γνώση είναι λανθασμένη κατανόηση και η έλλειψη γνώσης τυφλή άγνοια. Αν κατανοήσεις πραγματικά το Τάο, τότε είναι σαν τον κενό ουρανό. Και εκεί τι σημασία έχει το σωστό και το λάθος;"
Αυτή λοιπόν η γνώση είναι το απόκτημα για τον κάθε αναζητητή που μετρά τους κοσμικούς ρυθμούς των αλλαγών και τους μετρατέπει σε προσωπική μουσική, σε καθημερινή πράξη. Όμως μπορεί το αγόρι να έχει εναρμονίσει υπό το βλέμμα της συνειδητής του θέλησης όλο του το Είναι, αλλά το ενδιαφέρον για εξωτερικά αγαθά ή για εσωτερικούς σκοπούς δεν οδηγεί πουθενά παρά μονάχα στην προσκόλληση σ'αυτά. Ο Βούδας διδάσκει (οι 2 πρώτες Ευγενικές Αλήθειες) ότι η ζωή είναι πόνος (ντούκχα), και ο πόνος πηγάζει από την προσκόλληση στην επιθυμία. Άρα μένει ακόμα στο αγόρι να ανακαλύψει την υπέρτατη αλήθεια της φύσης του.


7. Υπερβαίνοντας το Βουβάλι

Καθισμένος πάνω στο βουβάλι, έφτασα σπίτι. Είμαι γαλήνιος. Το βουβάλι επίσης μπορεί να ξεκουραστεί. Η αυγή έχει φτάσει. Μέσα σε μακάρια ανάπαυση, στην αχυρένια κατοικία μου εγκαταλείπω μαστίγιο και σχοινί.


Σχόλιο:
Το σπίτι παίρνει το χαρακτήρα της εξωτερικής μορφής μιος εσωτερικής ψυχικής ολοκλήρωσης. Το αγόρι αγναντεύει κάθε φυσική μορφή γαλήνιο, προβάλλοντας την εσωτερική του γαλήνη παντού, τόσο μικροκοσμικά (βράχος, φυτά), όσο και μακροκοσμικά (ήλιος). Το βουβάλι δεν φαίνεται πουθενά και φαίνεται ότι ενσωματώθηκε στο αγόρι ολοκληρώνοντας την ένωση που άρχισε να λαμβάνει χώρα στην εικ.6 και πλέον αποτελούν μία οντότητα στην οποία κυριαρχεί το ανθρώπινο έλλογο στοιχείο αλλά όχι και η θέληση! Το μαστίγιο και το σκοινί δεν υπάρχουν όταν κάποιος μάθει να απολαμβάνει την κοσμική αρμονία.
Αναφέρεται στο Τσουάνγκ τσου: "Να ξεχνά κανείς τα πόδια του θα πει πως τα παπούτσια είναι άνετα. Να ξεχνά κανείς τη μέση του θα πει πως πως η ζώνη είναι άνετη. Όταν η σκέψη ξεχνά το καλό και το κακό, θα πει πως η σκέψη είναι άνετη. Όταν αλλάζει κανείς μέσα του και δεν παρασύρεται από εξωτερικά πράγματα, η προσαρμογή του είναι άνετη. Αν αρχίσει κανείς άνετα και δεν χάσει ποτέ την άνεση του, έχει την άνεση να ξεχνά ότι είναι άνετος"
Σ'ένα παλιό ποίημα Ζεν διαβάζουμε πως "ο τέλειος Δρόμος (Τάο) δεν έχει δυσκολίες, αρκεί να αποφύγει κανείς να προσκοληθεί και να μπει σε δίλημμα. Μόνον όταν σταματήσεις να νιώθεις ευχαρίστηση και δυσαρέσκεια για ό,τι συμβαίνει, θα γίνουν όλα εντελώς κατανοητά. Μια διαφορά μισής τρίχας και αμέσως διαχωρίζονται ο ουρανός και η γη! Αν θέλεις να βρίσκεσαι στην αλήθεια, αδιαφόρησε για το σωστό και το λάθος. Η διαμάχη ανάμεσα στο σωστό και το λάθος είναι η αρρώστεια του νου."
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε προς αποφυγή παρεξηγήσεων ότι ο Ταοϊσμός δεν διδάσκει την τυφλή απάθεια, την τεμπελιά ή την ψυχρή ηθική, αλλά την εμπιστοσύνη στη φυσική λειτουργία που έχει το δικό της αυθύπαρκτο ρυθμό, ο οποίος στηρίζεται στην επίγνωση πως όλα μεταβάλλονται διαρκώς. Έτσι και το αγόρι της ιστορίας αναγνωρίζει το μάταιο της επιμονής του και αφήνει τα όργανα της πειθούς του. Αφήνεται στην εσωτερική - εξωτερική ηρεμία που θα του παρουσιάσει τη φυσική ροή των πραγμάτων.


8. Υπερβαίνοντας τόσο το Βουβάλι όσο και τον Εαυτό

Μαστίγιο, σχοινί, άνθρωπος και βουβάλι, όλα συγχωνεύονται μέσα στο Κενό. Αυτός ο παράδεισος είναι τόσο αχανής, ώστε κανένα μήνυμα δεν μπορεί να τον κηλιδώσει. Πώς είναι δυνατόν μια χιονονιφάδα να υπάρχει μέσα σε μία λυσσασμένη φλόγα; Εδώ βρίσκονται τα αποτυπώματα των Πατριαρχών.


Σχόλιο:
Εδώ έχει συντελεστεί η υπέρβαση κάθε μορφής σε επίπεδο συνειδητότητας (αγόρι), ενστίκτου (ζώου), θέλησης (μαστίγιο) και άσκησης (σχοινί).
Η φιλοσοφία του Κενού είναι ότι κάθε δράση γεννά πόνο όταν είμαστε προσκολλημένοι σ'αυτήν, όμως σ'ένα σύμπαν όπου όλα διαρκώς μεταβάλλονται σε τι μπορούμε πραγματικά να προσκολληθούμε; Επίσης ας μην προσκολλούμαστε ούτε σε λέξεις αφού δεν υπάρχουν στην καθημερινή γλώσσα για να στηρίξουν ανάλογες εκφράσεις. Συνεπώς ο άνθρωπος που μπορεί να ζει έτσι, δεν αφήνει και αποτυπώματα πίσω του, τόσο "ελαφρά" περπατά.
Το αγόρι έχει ηρεμήσει το νου του από κάθε διπολική έννοια και ενοποίησε τα πάντα αντικρίζοντας τη σχετικότητα όλων και την ψευδαίσθηση κάθε επιθυμίας για σταθερότητα. Δεν μένει παρά να δούμε την εκδήλωση της κατάστασης αυτής στον κόσμο των φαινομένων αλλά και στην καθημερινή ζωή.
Αξίζει εδώ να παραθέσω ένα καταπληκτικό χωρίο του Λάο Τσε: "Παράτησε τη μάθηση και βάλε τέλος στις έγνοιες σου. Σε τι διαφέρει το ναι από το όχι; Σε τι διαφέρει το καλό από το κακό; Γιατί να φοβάμαι ότι φοβούνται οι άλλοι; Τι ανοησία! Μερικοί βρίσκουν χαρά γιορτάζοντας την θυσία του βουβαλιού. Άλλοι την άνοιξη πάνε στον κήπο και ανεβαίνουν στις βεράντες. Μόνον εγώ βολοδέρνω μοναχός, μην ξέροντας που στέκω. Σαν νιογέννητο μωρό προτού μάθει να χαμογελά. Είμαι μόνος, χωρίς να έχω πουθενά να πάω. Άλλοι έχουν περισσότερα από όσα χρειάζονται, μόνον εγώ δεν έχω τίποτα. Είμαι λειψός. Ά, βέβαια! Τα έχω μπερδέψει. Άλλοι αστράφτουν και είναι σαφείς, μόνον εγώ είμαι θολός και ανίσχυρος. Άλλοι είναι έξυπνοι, τα καταφέρνουν όλα. Μόνον εγώ είμαι βαρύς και βλάκας. Ω! σαν τα κύματα του πελάγους παρασέρνομαι, δίχως κατεύθυνση, σαν ανήσυχος άνεμος. Πολυάσχολοι όλοι οι άλλοι, μόνον εγώ άσκοπος και καταπτοημένος. Είμαι διαφορετικός, με τρέφει η μεγάλη Μάνα "


9. Αγγίζοντας την Πηγή

Πάρα πολλά βήματα έχουν γίνει επιστρέφοντας στη ρίζα και στην πηγή! Καλύτερα να ήμουν τυφλός και κουφός από την αρχή! Κατοικώντας στην αληθινή κατοικία, αδιαφορώντας για όλα αυτά. Το ποτάμι κυλά ατάραχο και τα λουλούδια είναι κόκκινα.

Σχόλιο:
(ο αυτοσαρκασμός ή μια ειρωνική ιδιότητα της γνώσης) Είπε ο Τσινγκ-γιουάν:"Πριν μελετήσω το Ζεν τριάντα χρόνια, έβλεπα τα βουνά σαν βουνά και τα νερά σαν νερά. Όταν έφτασα στη βαθύτερη γνώση, κατέληξα σ'ένα σημείο όπου δεν έβλεπα τα βουνά σαν βουνά και τα νερά σαν νερά. Αλλά τώρα που συνέλαβα την ουσία της γνώσης, ηρέμησα. Γιατί τώρα βλέπω και πάλι τα βουνά σαν βουνά και τα νερά σαν νερά." Ένα χαικού του Μπάσο μας λέει: "Πόσο είναι αξιοθαύμαστος εκείνος που δεν σκέφτεται σαν βλέπει μια αστραπή!"Να δέχεται δίχως να επιβάλλει τίποτα, να συμμετέχει δίχως να παρασύρεται.
Ο Λάο Τσέ συμβουλεύει: "τα πέντε χρώματα τυφλώνουν. Οι πέντε τόνοι κουφαίνουν το αυτί. Οι πέντε χυμοί ναρκώνουν την γεύση. Οι αγώνες δρόμου και τα κυνήγια τρελλαίνουν το μυαλό. Τα πολυτελή αντικείμενα αποπλανούν. Γιαυτό ο συνετός οδηγείται από εκείνο που αισθάνεται και όχι από αυτό που βλέπει".
Το Τάο δεν ζητά από τους ανθρώπους να προσαρμόζονται σε καμιά άλλη κατάσταση παρά μόνο στη φυσική λειτουργία του εαυτού τους. Ίσως χρειάζεται ορισμένες φορές να εξερευνήσεις τη λειτουργία αυτή και άλλοτε να την καλλιεργήσεις, μα πάντα η εναρμόνιση με τον γνήσιο τρόπο ύπαρξης μας και η εμπιστοσύνη σ'αυτόν είναι μια κίνηση σύμφωνη με το Τάο. Αυτό θέλει να μας πει και η παρακάτω ιστορία του Τσουάνγκ Τσε: Όταν ο Κουμφούκιος θαυμαζε τους καταρράκτες του Λυ-λιανγκ, είδε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο να βουτά στο νερό. Αμέσως σκέφτηκε πως ο μίζερος αυτός γέρος είχε χάσει την ισορροπία του ή, στη χειρότερη περίπτωση, αποζητούσε το θάνατο. Έστειλε λοιπόν μερικούς από τους μαθητές του να πέσουν στα νερά και να σώσουν τον ηλικιωμένο, όταν ξαφνικά αντίκρισε το γέροντα να βγαίνει από το νερό και να βαδίζιε στην όχθη τραγουδώντας!
- "Στην αρχή νόμιζα πως ήσουν πνεύμα" του είπε ο Κουμφούκιος. "Όμως τώρα βλέπω πως είσαι άνθρωπος. Πες μου, σε παρακαλώ, έχεις κάποια ειδική μέθοδο για να κολυμπάς έτσι μέσα στο νερό;"
- "Όχι δεν έχω μέθοδο" είπε ο γέρος. "Άρχισα με την συνήθεια, μεγάλωσα, και έγινε η φύση μου, ολοκληρώθηκα, και είναι η μοίρα μου. Βουτάω στη δίνη, και η ορμή του νερού με βγάζει στην επιφάνεια. Ακολουθώ την φορά του νερού, δεν κάνω τίποτα εγώ ο ίδιος. Έτσι κολυμπώ." - "Τι εννοείς σαν λες: άρχισα με την συνήθεια, μεγάλωσα, και έγινε η φύση μου, ολοκληρώθηκα, και είναι η μοίρα μου;"
- "Γεννήθηκα σε τούτους τους λόφους και αισθάνομαι άνετα εδώ. Αυτό είναι η συνήθεια. Μεγάλωσα μέσα στο νερό και αισθάνομαι άνετα μέσα στο νερό. Αυτό έγινε η φύση μου. Δεν ξέρω πως έγινα όπως έγινα και γιατί κάνω ότι κάνω. Αυτή είναι η μοίρα μου."


10. Μέσα στον Κόσμο

Ξυπόλητος και γυμνόστηθος, αναμειγνύομαι με τους ανθρώπους του κόσμου. Τα ρούχα μου είναι κουρελιασμένα και σκονισμένα, εγώ όμως μακάριος όσο ποτέ. Δεν χρησιμοποιώ καμιά μαγεία για να επεκτείνω την ζωή μου. Τώρα, εδώ μπροστά μου, τα νεκρά δέντρα γίνονται ζωντανά.



Σχόλιο:
Γνωρίζοντας ότι όλα τα στοιχεία του σύμπαντος μεταβάλλονται και πορευόμενος γαλήνια και λιτά μέσα στον κόσμο, συναντά όμοιους του.
Το Τάο Τε Τσίνγκ αναφέρει: "γι'αυτό οι συνετοί αγκαλιάζουν το ένα (Τάο), δίνοντας παράδειγμα σε όλους. Δίχως να προβάλλονται, συνεχίζουν να λάμπουν. Δίχως να δικαιολογούνται, ξεχωρίζουν. Δίχως να καμαρώνουν, δέχονται την αναγνώριση. Δίχως να καυχώνται, στέκουν πάντα ακλόνητοι. Δεν φιλονικούν, και κανένας δεν τα βάζει μαζί τους. Γι'αυτό οι αρχαίοι έλεγαν υποχώρα και νίκα. Πρόκειται μήπως για κενό ρητό; Να είσαι πραγματικά ολάκερος, και όλα θα έρθουν σε σένα"
Γράφει ο Λάο Τσε: "Άδειασε από κάθετι τον εαυτό σου. Άσε το μυαλό να γαληνέψει ειρηνικά. Τα μύρια όντα υψώνονται και πέφτουν, ενώ ο εαυτός σου παρακολουθεί το γυρισμό τους. Αναπτύσσονται και ανθούν, και ύστερα στην πηγή ξαναγυρνούν. Την επιστροφή στην πηγή χαρακτηρίζει ηρεμία που είναι ο τρόπος της Φύσης. Ο τρόπος της Φύσης δεν αλλάζει. Η γνώση της σταθερότητας είναι διορατικότητα. Η άγνοια της σταθερότητας φέρνει συμφορά. Η γνώση της σταθερότητας κρατά το μυαλό ανοιχτό. Με ανοιχτό μυαλό θα είσαι ανοιχτόκαρδος. Όντας ανοιχτόκαρδος, το φέρσιμο σου θα είνα αρχοντικό. Όντας αρχοντικός, θα πλησιάζεις το θεϊκό. Όντας θεϊκός, γίνεσαι ένα με το Τάο. Η ενότητα με το Τάο είναι αιώνια. Και ενώ το σώμα πεθαίνει, το Τάο δεν χάνεται ποτέ."

Βιβλιογραφία:
-Β.Σ. Ραχουλά, Τι δίδαξε ο Βούδας
- Δείχνοντας τη Σελήνη
- Κάλτενμαρκ Μ., Ο Λάο Τσε και ο Ταοϊσμός
- Κούπερ Τ., Λεξικό παραδοσιακών συμβόλων
- Λάο Τσε, Τάο Τε Κίνγκ
- Λίου Ι Μινγκ, Η Αφύπνιση του Τάο
- Ντεσιμαρού Τ., Η Άσκηση Ζεν
- Συλλογικό, Δρόμοι της Γνώσης
- Τσουάνγκ Τσε, Τσουάνγκ Τσου
- Watts A. W., Ο Δρόμος του Ζεν
- Reps P. & Senzaki N., Zen Flesh, Zen Bones: A Collection of Zen and Pre-Zen Writings

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Blog Widget by LinkWithin